«Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ» κείμενο του Νίκου Μεγαδούκα, αφιερωμένο στην 50η επετειο του καταστροφικού σεισμού του 1953


«ΕΦΥΓΕ» Ο ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΝΙΚΟΣ ΜΕΓΑΔΟΥΚΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ

 

Στην μνήμη του φίλου και συντρόφου αλλα και άξιου τέκνου της ζακυνθινής γής, Νίκου Μεγαδούκα που τόσο πρόωρα χασαμε απο κοντά μας, επαναδημοσιευουμε ενα εξαιρετικό κείμενο του για τον σεισμό του 1953. Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιευθηκε στο ΒΗΜΑ (ειδικό ένθετο αφιέρωμα της εφημερίδος για την 50η επέτειο των σεισμών στα Ιόνια Νησιά το 1953).

«Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ»

Του Νίκου Ι. Μεγαδούκα

.άλλος ύπνος δεν εγίνη

πάρεξ θάνατου πικρός…..

Διονύσιος Σολωμός

Το γερασμένο ρολόϊ του Φόρου στην Πλατεία Γεωργίου του Β’ (νυν Πλατεία Αγίου Μάρκου) στην πόλη τη Ζακύνθου μόλις που είχε προφτάσει να χτυπήσει 5:30 το ξημέρωμα της 11ης Αυγούστου του 1953 όταν ένας ισχυρότατος σεισμός, που διήρκεσε σχεδόν 30 δευτερόλεπτα, τράνταξε συθέμελα το νησί.

Τα σπίτια άρχισαν να καταρρέουν κι οι άνθρωποι αλλόφρονες βγήκαν στους δρόμους, δίχως καλά – καλά να έχουν ξυπνήσει, δίχως φυσικά να έχουν συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί.

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του μεγάλου πολέμου και της αδελφοσφαγής που ακολούθησε, η Ζάκυνθος αντί να συνεχίσει να επουλώνει – όπως κι η υπόλοιπη χώρα – τις πληγές της, άνοιγε καινούργιες που δεν μπόρεσαν ποτέ να γιατρευτούν.

Γιατί οι καινούργιες πληγές σήμαναν το ξεθεμέλιωμα της γενέθλιας πόλεως του Σολωμού και του Κάλβου και την αντικατάστασή της από μίαν άλλη, «καινούργια», η οποία, όμως, δεν είχε καμία σχέση ούτε με την αίγλη, ούτε με την αισθητική, ούτε καν με την ιστορία εκείνης που θάφτηκε κάτω από τα ερείπια και τις φλόγες που «κατασπάραξαν» και τα τελευταία ίχνη του πολιτισμού της.

Ο πρώτος σεισμός το ξημέρωμα της 11ης Αυγούστου του 1953 κατέστησε τα σπίτια του νησιού σε ποσοστό 75% επικίνδυνα ή απλώς ετοιμόρροπα και σε ποσοστό 100% ακατοίκητα. Πυρκαγιές δεν σημειώθηκαν, ενώ κατέρρευσε μεγάλος όγκος από τον «Κόκκινο Βράχο». Ο πληθυσμός της πόλεως σε απόγνωση ξεχύθηκε στους δρόμους, στις πλατείες και στην ύπαιθρο ζητώντας καταφύγιο και προστασία.

Κι όμως ο Νομάρχης της πόλεως τηλεγράφησε την ίδια ημέρα στο Υπουργείο των Εσωτερικών αναφέροντας πως » αι ζημίαι δεν υπερβαίνουν το ποσοστό των 20% και όλα βαίνουν καλώς και κανονικώς».

Παρ’ ότι, όμως, σύμφωνα με τον Νομάρχη όλα «έβαινον καλώς», τίποτα δεν λειτουργούσε. Ούτε οι δημόσιες υπηρεσίες, ούτε τα καταστήματα. Οι ζακυνθινοί βρίσκονταν στους δρόμους και προσπαθούσαν να περισώσουν ό,τι μπορούσαν από το βιός τους. Ο φόβος ενός δεύτερου σεισμού ήταν έντονος.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας κι ενώ ήδη κατεβάλοντο προσπάθειες να ανοίξουν οι δρόμοι που είχαν κλείσει από τα ερείπια, ο Μητροπολίτης κάλεσε τους αρτοποιούς να φτιάξουν ψωμί, δίνοντάς τους σιτηρά που ανήκαν στην εκκλησία, ώστε να ενισχυθεί επισιτιστικά ο πληθυσμός της πόλεως. Οι πρώτες σκηνές για τις ανάγκες του πληθυσμού στήθηκαν με τη βοήθεια της Τοπικής Εφορείας των Προσκόπων.

Το απόγευμα της 11ης Αυγούστου προκλήθηκε σοβαρή αναστάτωση στις φυλακές όπου εκρατούντο 217 κατάδικοι, βαρυποινίτες ως επί το πλείστον, οι οποίοι φοβούνταν κι αυτοί έναν νέο σεισμό. Το κτίριο των φυλακών είχε ήδη κριθεί ακατάλληλο. Κραυγές απελπισίας, τρόμου, αγωνίας και απογνώσεως βγαίνανε από τα σιδηρόφραχτα παράθυρα του γηραιού κτιρίου. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε, στο μεταξύ, στις αρχές του νησιού πως η μεταγωγή των κρατουμένων θα εγένετο με ειδικό πλωτό μέσο που θα διέθετε το Υπουργείο Ναυτιλίας.

Η νύχτα πέρασε με σχετική ησυχία. Όμως αυτά που κυριαρχούσαν ήταν το σκοτάδι και ο τρόμος. Ελάχιστες μόνον οικογένειες μπήκαν στα σπίτια της πόλεως, κυρίως στα ισόγεια. Το μόνο φως έβγαινε τρεμουλιαστό από τις λάμπες πετρελαίου. Και μες τη νύχτα ακούγονταν μόνον τα αναγνωριστικά σφυρίγματα των Προσκόπων και των αστυνομικών που περιπολούσαν στους δρόμους εξυπηρετούμενοι από ηλεκτρικούς φακούς ή λάμπες.

Τη 12η Αυγούστου τα καταστήματα δειλά – δειλά άρχισαν να ανοίγουν. Τα σπίτια και οι δρόμοι άρχισαν να καθαρίζονται από τα χώματα και τις πέτρες .Οι πάντες είχαν αρχίσει να νομίζουν πως θα ξανάρχιζαν να ζουν με κανονικούς ρυθμούς , όταν στις 11 : 30 μία καινούργια σεισμική δόνηση, η οποία διήρκεσε περί τα 45 δευτερόλεπτα συγκλόνισε εκ νέου το νησί του Σολωμού και του Κάλβου.

«Η γη εσείετο με δαιμονιώδη δύναμη εκ των κάτω προς τα άνω και με παράλληλες κυματοειδείς κινήσεις που ξεθεμέλιωναν τα σπίτια, τα σήκωναν ψηλά, άνοιγαν οι τοίχοι τους στον αέρα και έπεφταν στους δρόμους ολόκληροι με ορμή και με κρότο τρομερό. Η πόλη σκεπάστηκε από ένα πυκνότατο σύννεφο από χώματα και σκόνες και στη θέση που βρέθηκε ο καθένας (παρ)έμεινε εμβρόντητος , απολιθωμένος, πνιγμένος στο χώμα, σκεπασμένος λίγο ή πολύ από ξύλα, πέτρες ,σπασμένα έπιπλα, μη έχοντας δύναμη να συγκρατηθεί και να καταλάβει αν βρίσκεται κοντά στη σκληρή πραγματικότητα, αν υπάρχει στη ζωή, ή αν είναι σκοτωμένος», γράφει ο Δ. Στραβόλεμος στο βιβλίο του «Η Ζάκυνθος υπό τα ερείπια και τας φλόγας».

Η πόλη της Ζακύνθου δεν υπήρχε πια. Οι δρόμοι είχαν κλείσει. Κανένα σπίτι δεν είχε μείνει όρθιο. Ερείπια και αίματα παντού. Φωνές από τους πληγωμένους που πονούσαν, πλακωμένοι από ολάκερες στέγες με δοκάρια και με τοίχους. Άλλοι πάλι, ξαπλωμένοι με κομμένα χέρια, σπασμένα πόδια ή κεφάλια. Άλλοι σκοτωμένοι. Άλλοι να τρέχουν σαν τρελλοί και να αναζητούν τους δικούς τους ανθρώπους. Άλλοι να θρηνούν.

Από τα πρώτα κτίρια που κατέρρευσαν ήταν η Νομαρχία, τα πανύψηλα σπίτια της Πλατείας Ρούγας, της οδού Φωσκόλου, της παραλίας, το Δαμίρειο Μέγαρο, η Λέσχη «Ζάκυνθος», τα οικήματα της πλατείας Γεωργίου Β’, μερικές από τις Εκκλησίες, όλα τα σπίτια από τον Άγιο Λάζαρο μέχρι τον Εσταυρωμένο. Το Θέατρο και το Λομπαρδιανό Καζίνο παρέμεναν όρθια.

Μισή ώρα μετά το μεσημέρι μία νέα σεισμική δόνηση έριξε το άγαλμα του Διονυσίου Σολωμού στην κεντρική πλατεία της πόλεως. Κόπηκε από τη βάση του. Το κεφάλι χτύπησε σε μία γωνία του μαρμάρινου βάθρου κι έσπασε. Με την πτώση έσπασε και το δεξί πόδι.

Όμως, την ώρα του δεύτερου μεγάλου σεισμού, την ώρα που τα πάντα κατέρρεαν προστέθηκε κι η φωτιά για να ολοκληρώσει το τέλος της ιστορικής πόλεως.

Στην Πλατεία Γεωργίου Β’, μέσα από τα ερείπια του Ζυθοπωλείου του Σπύρου Καρδιανού – Μπούκιου ξεπρόβαλε η φωτιά. Λάμψεις και καπνοί απλώθηκαν αμέσως και σχημάτισαν μία τρομακτική εστία πυρός.

Η πόλη διέτρεχε έναν ακόμη κίνδυνο. Η αστυνομική δύναμη και η ομάδα των Προσκόπων πού βρίσκονταν στην Πλατεία Σολωμού προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά. Όμως, η μοναδική πυροσβεστική αντλία του Δήμου είχε πάθει βλάβη.

Η φωτιά άρχισε να εξαπλώνεται. Τα πάντα καίγονταν σαν τα πυροτεχνήματα. Ενισχυμένη από τον αέρα, η φωτιά προχωρούσε καίγοντας κατοικίες και κτίρια, αλλά και τους ιστορικούς ναούς των Αγίων Πάντων και της Μητροπόλεως. Μαύροι καπνοί υψώνονταν από παντού. Νέες κραυγές απελπισίας και πόνου.

Κι ενώ οι πύρινες γλώσσες κατέτρωγαν ότι έβρισκαν στο διάβα τους, στις 14:30 της 12ης Αυγούστου του 1953 προστέθηκε κι άλλος μεγάλος σεισμός μεγαλύτερης διάρκειας από τους προηγουμένους.

Από το επιβλητικό και μεγαλόπρεπο καμπαναριό του Αγίου Διονυσίου στην παραλία έπεσε ο τρούλος και οι μαζί οι τρεις καμπάνες που σωριάστηκαν κομματιασμένες στη γη.

Το Δημοτικό Θέατρο με το Λομβαρδιανό Καζίνο γκρεμίστηκαν κι αυτά. Μόνο τέσσερα κτίρια απέμειναν όρθια : ο Ναός του Αγίου Διονυσίου, το Γ’ Δημοτικό Σχολείου του Άμμου στην παραλία , η Εθνική Τράπεζα και η οικία του Νικολάου Σαρακίνη. Βαριά τραυματισμένα, αλλά όρθια επέμεναν να στέκονται τα καμπαναριά της Φανερωμένης, της Πικριδιώτισσας, της Χρυσοπηγής και της Αγίας Τριάδος. Κανένα άλλο κτίριο, Εκκλησιά, ή καμπαναριό δεν υπήρχε.

Ο λιμενάρχης Ζακύνθου ειδοποίησε τις καθεύδουσες στην Αθήνα αρχές και την κυβέρνηση του στρατάρχη Παπάγου:

«…Παντελής έλλειψις υγειονομικού υλικού και νοσοκομειακής περιθάλψεως… Παρακαλώ διατάξητε αποστολή πετρελαιοκινήτων δια μεταφοράν πληθυσμού…».

Στην Αθήνα, εκδόθηκαν τα πρώτα παραρτήματα των εφημερίδων και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός άρχισε να παίζει πένθιμα εμβατήρια.

Όμως, στην πόλη της Ζακύνθου η φωτιά συνεχίζει να κατατρώει ο,τι απέμεινε από τη μανία του εγκέλαδου.

» Όσοι κατέφυγαν μισόγυμνοι και κουρελιασμένοι στα γύρω υψώματα της πόλεως ή μέσα στις βάρκες και τις μαούνες που υπήρχαν στο λιμάνι και ζούσαν κοντά στην τραγωδία δεν θα ξεχάσουν ποτέ τις ικετευτικές και σπαραξικάρδιες επικλήσεις και φωνές των ανθρώπων εκείνων που μισοζώντανοι και πλακωμένοι έβλεπαν τη φωτιά να τους πλησιάζει. Δεν θα ξεχάσουν ποτέ το τσιτσίρισμα και την οσμή των ανθρωπίνων σαρκών που εκαίγοντο μαζί με τις ξυλοδεσίες των σπιτιών, με τα έπιπλα, με τα υπάρχοντα, με όλα τα πολύτιμα και τιμαλφή των πλουσίων και των πτωχών, με τις αναρίθμητες βιβλιοθήκες…»,αφηγείται ο Δ. Στραβόλεμος.

Ο λαός ευρίσκετο σε απόγνωση. Από πουθενά δεν ερχόταν βοήθεια.

«Δεν μπορεί, κάτι θα κάνουν», εσκέπτοντο οι περισσότεροι. Κάποια στιγμή ακούστηκε ο βόμβος ενός αεροπλάνου. Πλησιάζει. Χαμηλώνει. Είναι αμερικάνικο. Οι ρακένδυτοι, οι πεινασμένοι, οι διψασμένοι του κάνουν σήματα. Το χαιρετούν με τα κουρέλια που τους είχαν απομείνει. Το αεροπλάνο πήρε φωτογραφίες και χάθηκε στον ορίζοντα.

Στις 8 το βράδυ έφτασε στη Ζάκυνθο το αρματαγωγό «Λήμνος» . Ο βουλευτής Γκίγκης Βούλτζος έστειλε από τον ασύρματο του σκάφους το ακόλουθο τηλεγράφημα στο Υπουργείο των Εσωτερικών:

«Η πόλις της Ζακύνθου έπαυσεν ουσιαστικώς υφισταμένη, καταστραφείσα πλήρως υπό των σεισμών. Τα ερείπια καίονται μαινομένων των πυρκαγιών».

Στις 9 και 30 προσέγγισε το λιμάνι μία τορπιλάκατος με τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Η άφιξη ήταν τυχαία. Η τορπιλάκατος έπλεε προς την Κεφαλληνία η οποία επίσης είχε πληγεί από τους σεισμούς. Ο Π. Κανελλόπουλος ενημερώθηκε και ανεχώρησε λίγες ώρες αργότερα…

Όμως η φωτιά συνέχιζε να κατακαίει την ερειπωμένη Ζάκυνθο. Ο αέρας που φυσούσε σήκωνε κομμάτια από καιόμενα ξύλα και τα πετούσε στα γύρω υψώματα όπου είχαν καταφύγει γέροντες, γυναίκες και παιδιά.

Στις 11 τη νύχτα κατέφθασε το πλοίο «Ναύπακτος» και παρέλαβε τους φυλακισμένους από τις ήδη γκρεμισμένες φυλακές της πόλεως.

Το ξημέρωμα της 13ης Αυγούστου του 1953 η φωτιά είχε φτάσει στην Πλατεία των Αγίων Σαράντα. Καίγεται η Εκκλησία, το Μέγαρο πρώην Αμπελοράβδη, το Μέγαρο των Δικαστηρίων, ενώ η περιοχή «Τσαρουχαρέϊκα» με τις γραφικές κολώνες κάηκε κι αυτή σαν τα πυροτεχνήματα.

Στις 9 το πρωί της Πέμπτης 13 Αυγούστου κατέπλευσε στη Ζάκυνθο το βρεταννικό καταδρομικό «Γκάμπια» και λίγο αργότερα αεροπορικώς από την Κεφαλληνία ο αρχηγός των βρεταννικών δυνάμεων της Μεσογείου Λόρδος Μάουντμπάντεν. Ο Μαουντμπάντεν ζήτησε από τις βρεταννικές δυνάμεις να σταλεί νερό από τη Μάλτα, ενώ στην έκθεσή του προς το Λονδίνο ο κυβερνήτης του καταδρομικού ανέφερε πως «το θέαμα εν συνόλω είναι πολύ χειρότερον από εκείνο το οποίον επαρουσίαζεν η Χιροσίμα μετά την καταστροφήν της υπό της ατομικής βόμβας…».

Ο Λόρδος Μάουντμπάντεν ζήτησε να αποβιβασθούν από το καταδρομικό τμήματα της πυροσβεστικής υπηρεσίας του με αντλίες για να κατασβέσουν τη φωτιά που βρισκόταν κοντά στην περιοχή του Άμμου και υπήρχε κίνδυνος να πλησιάσει προς την Εκκλησία του Αγίου Διονυσίου.

Προς το βράδυ έφτασε στη Ζάκυνθο το σκάφος «Πίνδος» για να παραλάβει τραυματίες. «Καινούριο κύμα αλλόφρονος και αγωνιούντος λαού πέφτει μέσα στις βάρκες για να ανέλθει επί του πλοίου. Γεμίζει πρόσφυγες και αυτό και φεύγει από την Ζάκυνθο», γράφει ο Δ. Στραβόλεμος.

Όμως την ίδια ώρα η φωτιά που δεν είχε σβηστεί, πλησίαζε προς την Εκκλησία του Αγίου Διονυσίου. Ο Ηγούμενος και οι πατέρες της Μονής αποφάσισαν να σηκώσουν την Άγιο από την λάρνακά του και με τη συνοδεία μικρού τιμητικού αποσπάσματος από το καταδρομικό «Γκάμπια» τον μετέφεραν προς το δρόμο του Καλλιτέρου.

«Η νυκτερινή αυτή πομπή μοιάζει με νεκρική. Πίσω ο λαός ακολουθεί κατά εκατοντάδες, με σιγή, με πόνο, με δάκρυα και με συντριβή. Κανένας ψίθυρος μέσα στα φλογισμένα στήθη των, μέσα στα βάθη της ψυχής των, όλοι που παρακολουθούν καίνε το πιο αγνό λιβάνι της προσευχής. Η πομπή φθάνει στον ναό του Καλλιτέρου. Τοποθετούν τον Άγιο μπροστά στην Αγία Τράπεζα και γονατίζουν όλοι για νά αφήσουν στα άχραντα Πόδια Του το φίλημα της ευλάβειάς των», αναφέρει ο Δ. Στραβόλεμος.

Στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος συγκροτεί επιτροπή υπό τη διεύθυνση του στρατηγού Καρατζένη για το συντονισμό των ενεργειών για την παροχή βοηθείας προς τους σεισμοπαθείς, ενώ η γενική συντονιστική εποπτεία των στρατιωτικών τμημάτων που κατευθύνονταν προς τις σεισμόπληκτες περιοχές ανατέθηκε στον αντιστράτηγο Δημήτριο Ιατρίδη, με έδρα το Αργοστόλι της Κεφαλληνίας.

Την επομένη, Παρασκευή 14 Αυγούστου έφτασε στη Ζάκυνθο με σκηνές, τρόφιμα, φαρμακευτικό υλικό και με μηχανήματα (μπουλντόζες κλπ) το αρματαγωγό «Αλφειός», καθώς και το επίτακτο «Άνδρος» για την παραλαβή τραυματιών. Με το «Άνδρος» έφθασε και ο Έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Μανώλης Χατζηδάκης και η Διευθύντρια της Δημοσίας Βιβλιοθήκης Ζακύνθου Αικατερίνη Παρπαρία, η οποία διαπίστωσε πως ναι μεν το κτίριο είχε υποστεί ζημιές, αλλά ότι το πολύτιμο περιεχόμενό του παρέμενε ανέπαφο.

Το ίδιο πρωί έφτασε στο νησί το αμερικανικό οπλιταγωγό «Rockbridge» με υγειονομικό υλικό, τρόφιμα και συνεργεία διανοίξεως δρόμων. Αργότερα κατέπλευσαν στη Ζάκυνθο το γαλλικό καταδρομικό Montcalm και δύο ακόμη πλοία, ένα ιταλικό και ένα ισραηλινό με τρόφιμα και υγειονομικό υλικό.

Οι ναύτες του αμερικανικού πλοίου με ειδικά φορεία μετέφεραν στην Πλατεία Σολωμού, νεκρούς μέσα από τα ερείπια και στη συνέχεια στο Κοιμητήριο. Τα πτώματα βρίσκονταν σε τυμπανιαία κατάσταση , παραμορφωμένα και βρωμούσαν. Οι νεκροθάφτες είχαν ανοίξει έναν μεγάλο λάκκο και έρριχαν τα πτώματα, ενώ πυροβολούσαν τα σκυλιά που είχαν καταφτάσει λόγω της οσμής καμένης σάρκας και …της πείνας τους.

Στο μεταξύ είχε συστηθεί στο Αργοστόλι Διεθνής Επιτροπή υπό

το στρατηγό Ιατρίδη, η οποία προχώρησε στη συγκρότηση μίας άλλης επιτροπής για τη Ζάκυνθο, την οποία συνεκάλεσε – κατ΄ εξουσιοδότηση του στρατηγού – ο βρεταννός Λόρδος Μάουντμπαντεν με στόχο να συντονίσει κάθε βοήθεια που προερχόταν από αμερικανικές, βρεταννικές και άλλες πηγές και φυσικά τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις που έφταναν για να συνδράμουν τους σεισμόπληκτους.

Ο Νομάρχης ανακοίνωσε πως η περιοχή της Ζακύνθου ευρίσκεται σε «κατάσταση πολιορκίας» και ως εκ τούτου δόθηκαν στον ίδιο και στο διοικητή της Χωροφυλακής «ιδιαίτερες εξουσίες».

Το Μηχανικό του ελληνικού στρατού και αμερικανικά και βρεταννικά αγήματα άρχισαν να εργάζονται εντατικά αφενός μεν για να περιορίσουν τη φωτιά που συνέχιζε να μαίνεται, αφετέρου για να κατεδαφισθούν οι εναπομείναντες όρθιοι τοίχοι οικημάτων που ήταν απειλή για τη ζωή των κατοίκων εξαιτίας των συνεχιζομένων δονήσεων.

Τον επισιτιστικό τομέα είχαν αναλάβει αμερικανοί και βρεταννοί και προς τούτο το αρχηγείο των αμερικανικών δυνάμεων Ευρώπης είχε διατάξει να ανασταλούν όλες οι ασκήσεις τους και να δοθεί » απόλυτος προτεραιότης εις την παροχήν βοηθείας προς τους σεισμοπλήκτους». Τις ενέργειες συντόνιζε ο Ναύαρχος Κάσσαντυ αρχηγός του 6ου αμερικανικού στόλου, ο οποίος εγκατέστησε το στρατηγείο του στην Πάτρα.

Το απόγευμα της 14ης Αυγούστου του 1953, την ώρα που θα ετοιμαζόταν ο αρχιερατικός Εσπερινός για τη γιορτή της Παναγίας η φωτιά ξεπρόβαλε από την Εκκλησία της Φανερωμένης. Η Εκκλησιά με τις καλλιτεχνικούς θησαυρούς, το στολίδι της Ορθοδοξίας έγινε παρανάλωμα του πυρός. Τα εξαιρετικής αισθητικής έργα ζωγραφικής, ξυλογλυπτικής, αργυρογλυπτικής κι όλα τα κειμήλια πού υπήρχαν στον Ναό μετεβλήθησαν σε στάχτες. Όλα σβήσανε για πάντα. Διασώθηκαν από «τύχη» μία «παράσταση» της γεννήσεως της Θεοτόκου, έργον του Νικολάου Δοξαρά (είχε μεταφερθεί πριν τους σεισμούς για συντήρηση στην Εθνική Πινακοθήκη) καθώς και δύο εικόνες των Προφητών και μία μεγάλη εικόνα της Παναγίας τις οποίες διέσωσε με κίνδυνο της ζωής του ο Μανώλης Χατζηδάκης. Κι όμως, όπως λένε οι ζακυνθινοί, ο ναός θα μπορούσε να σωθεί αν από την πρώτη μέρα των σεισμών είχαν ληφθεί τα απαραίτητα για τις περιστάσεις μέτρα.

Την ίδια ώρα ο πληθυσμός είχε μαζευτεί στην παραλία και προσπαθούσε με τα διάφορα πλωτά μέσα που κατέφθαναν να φύγει από την ισοπεδωμένη Ζάκυνθο. Όμως, μια κυβερνητική διαταγή απαγόρευε στον πληθυσμό να αναχωρήσει.

Ο στρατηγός Καρατζένης, διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου, υποστήριξε πως «ο σημειωθείς πανικός εκ των σεισμών υπήρξεν υπερβολικός και δέον κατά ποσοστόν να αποδοθεί εις υποκίνησιν παραγόντων προτιθεμένων να εκμεταλλευθούν την συμφοράν». Έτσι τα βλέπουν τα πράγματα και μ’ αυτό το πρίσμα αναμετρούν την δυστυχίαν όταν εξ αποστάσεως ομιλούν και όταν ευρίσκονται εν ασφαλεία μέσα στα χαλιά και στις πολυθρόνες των καλιμαρμάρων και πολυτελών μεγάρων, γράφει ο Δ. Στραβόλεμος.

Ο στρατηγός Καρατζένης ζήτησε από τους συμμάχους «όπως ΜΗ διευκολύνουν την μετακίνησιν του πληθυσμού των πληγεισών περιοχών», ενώ απεφασίσθη η δημιουργία ναυτικών περιπόλων «προς παρεμπόδισιν τυχόν επί χρήμασι υπό ιδιωτών μετακινήσεως των σεισμοπαθών». Άλλωστε, η θέση της κυβερνήσεως ήταν ότι «εν ουδεμία περιπτώσει δια γενικοτέρους λόγους δεν έπρεπε να δημιουργηθεί νέον προσφυγικόν ζήτημα».

Κι όμως όλα αυτά συνέβαιναν όταν ο ανταποκριτής του πρακτορείου «Ρωϋτερς» Σαμ Μοντιάνο μετέδιδε πως «εκείνας τας στιγμάς η Ζάκυνθος ωμοίαζεν με άσυλον φρενοβλαβών»…

Στο μεταξύ βρισκόταν σε εξέλιξη μία άλλη προσπάθεια, αυτή της διασώσεως των έργων τέχνης και των εκκλησιαστικών κειμηλίων.

Ο Έφορος Βυζαντινών αρχαιοτήτων Μανώλης Χατζηδάκης με τη βοήθεια πολλών ζακυνθινών αλλά και στρατιωτών, από το πρωί μέχρι το βράδυ, έμπαιναν μέσα στα ερείπια και με κίνδυνο της ζωής τους έβγαζαν εικόνες και ιστορικά κειμήλια όσα φυσικά είχε σεβαστεί ο σεισμός και η φωτιά.

Το πρωί της Κυριακής 16 Αυγούστου βρεταννοί κομάντος μαζί με έλληνες και αμερικανούς στρατιώτες έβαλαν δυναμίτες σε κτήρια – που δεν είχαν σωσιασθεί αμέσως με τους σεισμούς – για να τα ανατινάξουν. Σ’ όσα από αυτά δεν έπεφταν , έβαλαν φωτιά. Αδιαφόρησαν για τις συνέπειες. Μαύροι καπνοί σκέπασαν τον ουρανό. Η φωτιά προχώρησε προς τα ερείπια των (πάλαι ποτέ επιβλητικών) αρχοντικών των οικογενειών Κομούτου, Μεσαλά, Μερκάτη και με κατεύθυνση το Μέγαρο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης. Η Διευθύντριά της Αικ. Παρπαρία τόνισε προς όλους πως θα έπρεπε να διασωθεί το περιεχόμενο της Βιβλιοθήκης. Οι πάντες ικετεύουν τις στρατιωτικές αρχές να σώσουν τις χιλιάδες τόμους των βιβλίων και των χειρογράφων. Όμως, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική ανταπόκριση. Το Μέγαρο κάηκε ολοσχερώς και μαζί του χιλιάδες βιβλία, χειρόγραφα και ιστορικά κειμήλια. Η φωτιά προχώρησε και κατέκαψε το Μέγαρο Δομενεγίνη, το μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου Νικολάου των Γερόντων, ενώ χάρη στην προσπάθεια του Νικολάου Κομούτου, ο οποίος είχε συστήσει «προσωπικό συνεργείο» διεσώθησαν από τη φωτιά ιστορικά κειμήλια από το Μητροπολιτικό Μέγαρο, το Μέγαρο των Κομούτων, το Ναό του Αγίου Μάρκου και του Παντοκράτορα, όπου προσωρινά είχαν τοποθετηθεί μερικοί πίνακες του Εκκλησιαστικού Μουσείου Ζακύνθου.

Το απόγευμα της 17ης Αυγούστου απεσύρθησαν από τη Ζάκυνθο οι αμερικανικές και οι βρεταννικές δυνάμεις, καθώς , όπως ανέφερε , ο Ναύαρχος Κάσσαντυ στο στρατάρχη Παπάγο τα πλοία του αμερικανικού 6ου Στόλου «εξήντλησαν όλα τα εφόδια τους».

Όλες τις δραστηριότητες αρωγής των σεισμοπλήκτων ανέλαβαν ο κυβερνήτης του πολεμικού «Πάνθηρ» στο Λιμάνι, και ο στρατιωτικός διοικητής του νησιού αντισυνταγματάρχης Αναστάσιος Γαργαρόπουλος με τη βοήθεια ανδρών της χωροφυλακής, της αστυνομίας αλλά και των Προσκόπων (οι οποίοι τιμήθηκαν από την ελληνική πολιτεία για την προσφορά τους).

«Πέντε ώρες έμεινα στην πόλη της Ζακύνθου και έφυγα με το μήνυμα των ανθρώπων της στ’ αυτιά. Χρειάζονται όχι βοήθεια, αλλά όλες τις βοήθειες απ’ αρχής (…). Γιατί οι Ζακυνθινοί έχουν υποστεί έναν κλονισμό που τους έχει ρίξει σε βαθειά ψυχολογική κατάπτωσι. Δεν είναι μονάχα ότι χάσανε ανθρώπους , περιουσίες, σπίτια, θησαυρούς , κειμήλια. Δεν έχει χάσει μονάχα ο καθένας κάτι. Έχασαν όλοι μαζί την Ζακυνθον. «Εχάσαμε την ψυχή μας», σου λένε στεγνά. Εχάσανε την πολι τους, εχάσανε τα δρομάκια όπου μεγαλώσανε, τα περιβόλια που πρωτοτραγουδήσανε, εχάσανε τα νειάτα τους, την πρώτη και τη μεγάλη τους αγάπη. Και με τα πέτρινα ερείπια που ορθώνονται λείψανα μελαγχολικά ολόγυρα τους, δεν μπορούν να ξεχάσουν το δράμα που ζούνε ούτε στιγμή», έγραφε η Ελένη Βλάχου στις 16 Αυγούστου του 1953 στην «Καθημερινή».-

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: