«Αυγουστιάτικα περιδιαβάσματα» του Σπύρου Τζαμαρία


«Είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς την πολιτική του μνημονίου και της πλήρους συμμόρφωσης στις απαιτήσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος (των δανειστών όπως λέμε) ως σύγχρονη έκφραση του Φαναριώτικου Ιδεώδους. Την Φαναριώτικη Μεγάλη Ιδέα αντικατέστησε “η εφαρμογή των δεσμεύσεων για έξοδο από το μνημόνιο και επιστροφή στην ανάπτυξη”, τον Σουλτάνο αντικατέστησαν οι “δανειστές” και οι Κάποι της συντηρητικής Ευρώπης, τον Φαναριώτη αντικατέστησε ο τυπικός πολιτικός της συγκυβέρνησης που ενώ διέφθειρε ήθη και συνειδήσεις με το ρουσφέτι και την ρεμούλα τώρα προσφέρεται να τεθεί επικεφαλής της εξυγίανσης και των μεταρρυθμίσεων……»

tzamarias Διάβασα πρόσφατα το ιστορικό μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζούργου, “Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο”. Με συναρπάζει η “οικοδόμηση του επιστημονικού ορθολογισμού” τον 16ο και 17ο αιώνα και χαίρομαι τα ιστορικά λογοτεχνήματα που προσεγγίζουν την αναγεννησιακή επιστήμη χωρίς επικλήσεις στον Ερμή τον Τρισμέγιστο και ανιστόρητη μυστικοπάθεια, ιδιαίτερα αν είναι γραμμένα “ηδυσμένω λόγω”. Η περιπλάνηση του ήρωα στην Ευρώπη του Βεζάλιου, του Μπράχε και του Χάρβεϋ σε παρασέρνει. Σε σπρώχνει σε ταξιδιωτικούς ρεμβασμούς γιατί “ το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα: οι άνθρωποι εκεί καταπιάνονται αλλιώτικα με τα καθημερινά”.* 

Ακολουθώντας λοιπόν τον Αλμοσίνο του Ζούργου συναντάς χαρακτήρες φανταστικούς ακούς όμως για πραγματικά ονόματα, σημαντικά της επιστήμης, και συναναστρέφεσαι με ιστορικές προσωπικότητες. Θα ‘λεγα πως είναι ένα καλό, ευχάριστο βιβλίο και θα τελείωνα εδώ αν δεν τύχαινε να συναντήσω, στις περιπλανήσεις του κεντρικού ήρωα, τον Φαναριώτη, “εξ απορρήτων”, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο (1641-1709) και τον δικό μας Διονύσιο Ρώμα (1906-1981).

Όχι δεν πρόκειται για αναχρονισμό, ο μυθιστορηματικός Ματίας Αλμοσίνο δεν συναντιέται αυτοπροσώπως με τον Διονύσιο Ρώμα. Φιλοξενείται όμως στο ντομινικάλε των Νταβιτσέντσα στο Τζάντε και συναντάει τον Βαρτάγγελο, τον Κέκο και την Μπιάνκα από τον “Θρήνο της Κάντιας” του Ρώμα. Ο ήρωας του Ζούργου, απελευθερώνεται για λίγο από τον “πεπερασμένο άνευ περάτων” Σύμπαν του συγγραφέα του για να διαχυθεί και να επέμβει, χωρίς βέβαια συνέπειες, στη καθημερινότητα των ηρώων του “Περιπλου”, του φανταστικού χρονικού που γέννησε, πολλές δεκαετίες πριν, σε τρεις τριλογίες, ο επιφανής Ζακυθινός. 

Δεν ξέρω πως οι σοφολογιότατοι αντιμετωπίζουν την εισβολή του Ματίας Αλμοσίνο στον Κόσμο των Νταβιτσέντσα αλλά εγώ προσωπικά την απήλαυσα. Την απήλαυσα ως σχήμα λογοτεχνήματος και ως σεβαστική σπονδή στο έργο του Διονυσίου Ρώμα, πρωτοπόρου του ελληνόγλωσσου ιστορικού μυθιστορήματος. Ωστόσο, το απήλαυσα με συνέπεια τις θύμησες των μαθητικών μου χρόνων, όταν πρωτοδιάβαζα την πρώτη τριλογία [τον “Σοπρακόμιτο”, “Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων”, τον “Θρήνο της Κάντιας”]. Περιπλανήθηκα με νοσταλγία στις, κιτρινισμένες πια, σελίδες του “Περίπλου” και στον πρώτο τόμο του “Ρεμπλελιού”, στο Παράρτημα με τίτλο “Ο ΦΑΡΟΣ”, ξανασυνάντησα τον “εξ απορρήτων” Μαυροκορδάτο και κείνος με ξεστράτισε σε άλλους ρεμβασμούς.

Ο ΦΑΡΟΣ είναι στην ουσία ένα αυτοτελές δοκίμιο, στο οποίο ο Δ. Ρώμας ξετυλίγει τις απόψεις του για την “ελληνοσωτήρια” δράση του Πατριαρχείου και του Φαναρίου, από την άλωση της Πόλης μέχρι τον Χρύσανθο Τραπεζούντας (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος). Καταλήγει στο “σόλοικο συμπέρασμα” (ο χαρακτηρισμός ανήκει στον ίδιο τον συγγραφέα) πως οι Φαναριώτες και το Πατριαρχείο ηθελημένα διεκδίκησαν και κατείχαν, για τέσσερις εκατονταετίες, τον ρόλο του υψηλού λειτουργού της Μεγάλης Πόρτας του Σουλτάνου, χρησιμοποιώντας την εξαγορά, την δολοφονία και κάθε μέσο εξουδετέρωσης κάθε είδους ανταγωνιστή, προκειμένου να καταβαραθρώσουν εκ των ένδω την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να καταστήσουν τους Ρωμιούς κυρίαρχους της αυτοκρατορίας. Από την εποχή του Ίωνα Δραγούμη είναι γνωστός αυτός ο ιστορικό-πολιτικός ισχυρισμός (ή μήπως το άλλοθι;).
Με εντυπωσίασε η απολογητική στάση και το ύφος του συγγραφέα. Ο κοσμοπολίτης αστός διανοούμενος, ο πολυμαθής και ορθολογιστής Διονύσιος Ρώμας μου φάνηκε σαν να αποστασιοποιείται από τα επιχειρήματά του.,Ως να θέλει (όπως θα δούμε πιο κάτω) να αντικρούσει τα συμπεράσματα του με την χροιά της φωνής του. Άλλωστε, η ίδια η Ιστορία των 19ου και 20ου αιώνων, η διάλυση των Αυτοκρατοριών, ο βίαιος εκτουρκισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους Νεότουρκους και τον Κεμάλ αρκούν να δείξουν την ανεδαφικότητα αυτής, της λεγόμενης Φαναριώτικης, Μεγάλης Ιδέας. [Η άλλη Μεγάλη Ιδέα, η Ελλαδίτικα Εθνοκεντρική, αυτή των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων, θάφτηκε κάτω από τις συμφορές της Μικρασιατικής Καταστροφής.]
Γιατί λοιπόν να ακολουθήσω τον “εξ απορρήτων” στα ξεραμένα περιβόλια μιας ιστορικά απαξιωμένης θεωρίας; Πράγματι δεν θα υπήρχε λόγος αν οι κοινωνίες είχαν ισχυρή μνήμη και η Ιστορία δεν θα μπορούσε να επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Ωστόσο, η “παντελής υποταγή και εξυπηρέτηση της κάθε επιταγής του ξένου επικυρίαρχου” επανέρχεται περιοδικά στην ΝεοΕλληνική Ιστορία, ως δήθεν “σώφρων πολιτική επιβίωσης του Γένους ή του Έθνους”. Πάντα υποσχόμενη την “εκ των ένδω άλωση του κατακτητή”. Η συντηρητική αστική διανόηση επιμένει φανατικά στην παραχάραξη του παρελθόντος και την ωραιοποίηση αυτού του Φαναριώτικου Ιδεώδους προκειμένου να εξασφαλίσει τις ιδεολογικές προϋποθέσεις της πολιτικής εφαρμογής του σε παρόντες και μέλλοντες χρόνους. Όποτε κατάφεραν, με φοβέρα ή με ξένες πλάτες και πάντα ποντάροντας στην κοντή μνήμη της κοινωνίας, να επιβάλουν το “Φαναριώτικο Ιδεώδες” ως κυρίαρχη πολιτική ο κοσμάκης υπέφερε με φτώχεια και με αίμα. Αλλά σύμφωνα με το Φαναριώτικο Ιδεολόγημα τέτοια δεινά στον κοσμάκη δικαιολογούνται, ως κολασμός της ανωριμότητας των λαϊκών στρωμάτων, της διαφθοράς και αμαρτίας του λαού και εν τοιαύτη περιπτώσει χρειάζονται θυσίες για ανοίξει ο δρόμος για τις Μεγάλες Ιδέες. Τους διαφωνούντες με τον ρόλο “αποδιοπομπαίου τράγου” που ανατίθεται στον λαό τους αποκαλούσανε παλιότερα “λαοπλάνους” και πρόσφατα άλλαξαν την ρετσινιά σε “λαϊκιστές”.
Είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς την πολιτική του μνημονίου και της πλήρους συμμόρφωσης στις απαιτήσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος (των δανειστών όπως λέμε) ως σύγχρονη έκφραση του Φαναριώτικου Ιδεώδους. Την Φαναριώτικη Μεγάλη Ιδέα αντικατέστησε “η εφαρμογή των δεσμεύσεων για έξοδο από το μνημόνιο και επιστροφή στην ανάπτυξη”, τον Σουλτάνο αντικατέστησαν οι “δανειστές” και οι Κάποι της συντηρητικής Ευρώπης, τον Φαναριώτη αντικατέστησε ο τυπικός πολιτικός της συγκυβέρνησης που ενώ διέφθειρε ήθη και συνειδήσεις με το ρουσφέτι και την ρεμούλα τώρα προσφέρεται να τεθεί επικεφαλής της εξυγίανσης και των μεταρρυθμίσεων. Ο λαός καλείται να περιμένει την εκ των ένδω άλωση της ύφεσης και της εκ των ένδω καταβαράθρωσης της ξένης κηδεμονίας, υπομένοντας τα δεινά του καρτερικά και αγόγγυστα, γιατί δήθεν αυτός και η ανεπροκοπιά του πτώχευσαν την χώρα. Ο παραλληλισμός είναι πολύ προφανής και δεν έχει χρεία από περισσότερα λόγια. 

Ωστόσο έχει γούστο η συνάφεια των χαρακτηριστικών του τυπικού, σύγχρονου πολιτικού της συγκυβέρνησης και των προαπαιτούμενων για να θεωρείται κάποιος επιτυχημένος Φαναριώτης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο πορτραίτο που ζωγράφισε ο Ρώμας στο ΦΑΡΟ, ο Φαναριώτης διαθέτει την απαραίτητη οικονομική ευμάρεια προκειμένου να σπουδάσει στην Δύση, διαθέτει συγγένεια με φαναριώτικη φαμελιά (έστω και με πρόσφατη επιγαμία), είναι καπάτσος στις δολοπλοκίες, έχει αδάμαστο ψυχικό σθένος και σωματικό θάρρος και ξέρει ότι το κεφάλι του μπορεί να πέσει ανά πάσαν στιγμή, συμμορφώνεται απόλυτα στους κανόνες του παιχνιδιού εξουσίας (κανόνες που καθορίζει κατά το δοκούν ο έχων την υψηλή και απόλυτη κυριότητα Σουλτάνος). Αν λοιπόν αντικαταστήσετε τον “Σουλτάνο” με τον Κάπο των Ευρωπαίων Κάπων και τις φαναριώτικες φαμίλιες με τα σύγχρονα πολιτικά σόγια πιστεύω πως θα συμφωνήσετε ότι ετούτη η ηθογραφική περιγραφή του Φαναριώτη εφαρμόζει σαν γάντι στο πολιτικό προσωπικό των Ελληνικών κυβερνήσεων, από πρωθυπουργούς μέχρι και απλά τήλε-προβαλόμενα κυβερνητικά στελέχη.

Κράτησα για το τέλος την ”χροιά της φωνής” του Ρώμα στον ΦΑΡΟ. Ως ένα χαρακτηριστικό “άκουσμα” επέλεξα μία παράγραφο του δοκιμίου του, όπου περιγράφει την τυπική Φαναριώτική δραστηριότητα. “Δωροδοκείς τους συνοδικούς να εκλέξουνε Πατριάρχη της αρεσκείας σου και τον Βεζύρη για ν αποσπάσει από τον Σουλτάνο την έγκριση της ενθρόνισης του προστατευόμενου σου. Ο νέος Πατριάρχης διορίζει τότε Δεσποτάδες κείνους που θα εξαγοράσουνε την υποστήριξή σου. Με τα κέρδη αυτά δωροδοκείς τον Μεγάλο Βεζύρη ‘να φορέσει ο Σουλτάνος καβάδι’ [δηλαδή να διορίσει Ηγεμόνα Βλαχίας και Μολδαβίας] σε φιλικό σου πρόσωπο που σου δείχνει την ευγνωμοσύνη του διορίζοντας σε κάπου Κεχαγιά του [δηλαδή Αντιπρόσωπο, Πρέσβυ] στην Βασιλεύουσα. Τούτο σου επιτρέπει να εκμεταλλεύεσαι μονοπωλιακά όλα τα γεννήματα της Βλαχιάς που πουλιούνται στην Πόλη”. Και η περιγραφή καταλήγει: “ μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα της ζούγκλας ζούνε εργάζουνται, παλευουνε και προκόβουνε οι Φαναριώτες”.
Αναρωτιέμαι, αν όλα τούτα γίνονται για το καλό του “Γένους¨ που θα εύρουν την Αρετή και την Τόλμη για την Ελευθερία;

*Παράφραση της εναρκτήριας φράσης της νουβέλας του L. P. Hartley ,Τhe Go-Between: “The past is a foreign country: they do things differently there.”)

Πηγη: Ιστοσελίδα «Βίοι Διαστελλομένων Επιταχυνόμενα »

blog.tzamarias.com

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s