Οι νεοναζί μπροστά στη Δικαιοσύνη – Αλληλοκαρφώματα και πρακτοριλίκια από το 1977


Του Δημήτρη Ψαρρά

xa mixalokykos_0 Οπως θα περίμενε κανείς για οργανώσεις που κινούνται στο περιθώριο του νόμου, η τριαντάχρονη πορεία της Χρυσής Αυγής συνοδεύεται από κάθε λογής αλληλοκατηγορίες των στελεχών της για προδοσία και για συνεργασία με τις μυστικές υπηρεσίες. Οσο πιο προβεβλημένα μάλιστα είναι τα στελέχη αυτού του χώρου, τόσο πιο βαρείς είναι οι χαρακτηρισμοί και τα υπονοούμενα που εκτοξεύονται εναντίον τους. Και μάλιστα όχι από τους πολιτικούς τους αντιπάλους, αλλά από τους ίδιους τους συντρόφους τους. Τεκμήρια αυτών των αλληλοκατηγοριών βρίσκονται στις δικογραφίες που έχουν σχηματιστεί για τη δράση των νεοναζιστικών οργανώσεων από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.

Οι αποκαλύψεις του Καλέντζη

Την εποχή της Μεταπολίτευσης περισσεύουν τα συντροφικά «μαχαιρώματα» στο εσωτερικό των ελληνικών νεοφασιστικών μορφωμάτων. Ορισμένοι καταγγέλλουν άλλους ως πράκτορες της αστυνομίας, ενώ ο ένας υποπτεύεται τον άλλο για πληροφοριοδότη. Στην κατάθεσή του για την υπόθεση των εκρήξεων δολοφονικών βομβών στην Αθήνα το 1978, για την οποία καταδικάστηκε, ο Μιχαλολιάκος κατηγορεί τον συγκατηγορούμενό του Γεώργιο Ηλιόπουλο ως «πράκτορα των εθνοπροδοτών στους κύκλους της εθνικιστικής παρατάξεως», που «ανήκει στο ΕΚΚΕ και επισκεπτόταν τα γραφεία της ΑΑΣΠΕ (σπουδαστική παράταξη του ΕΚΚΕ)», καθώς και ύποπτο γιατί δεν διαγράφηκε από τον «κομμουνιστοκρατούμενο σύλλογο της Φυσικομαθηματικής Σχολής». Ο λόγος είναι ότι ο Ηλιόπουλος και άλλος ένας από τους κατηγορούμενους θεωρήθηκε ότι «έσπασαν» στην ανάκριση και ομολόγησαν ενοχοποιητικά στοιχεία. Βέβαια αυτές οι σκληρές κατηγορίες δεν θα εμποδίσουν λίγα χρόνια αργότερα τον Ηλιόπουλο να βρεθεί με τον Μιχαλολιάκο στις τάξεις της εθνικοσοσιαλιστικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, ενώ ο Ηλιόπουλος αρθρογραφεί για πολύ καιρό στο ομότιτλο ναζιστικό περιοδικό.

Οι βαρύτερες κατηγορίες στράφηκαν πάντως κατά του Κώστα Πλεύρη από τον νεοφασίστα Αριστοτέλη Καλέντζη, σε μια υπόθεση που αφορά και τον Μιχαλολιάκο. Ο Πλεύρης, σύμφωνα με τον Καλέντζη, είναι «χαζοχαφιές της ΚΥΠ», «αργυρώνητος απατεωνίσκος», «χαφιές της πεντάρας», «σεσημασμένος ρουφιάνος». Οι δύο άντρες βρέθηκαν μαζί στο εδώλιο του κατηγορουμένου στις 5.10.1977. Ο Καλέντζης αντιμετώπιζε την κατηγορία του βομβιστή, ενώ ο Πλεύρης κατηγορούνταν ως ηθικός αυτουργός. Τελικά ο Πλεύρης αθωώθηκε, ενώ ο Καλέντζης καταδικάστηκε σε δώδεκα χρόνια φυλακή.

Από τη φυλακή της Αλικαρνασσού ο Καλέντζης καταγγέλλει τον Πλεύρη στο βιβλίο «Δημοκρατία ’80, Κάτεργο», πεισμένος ότι αυτός τον κάρφωσε. Ο Πλεύρης υποβάλλει μήνυση κατά του Καλέντζη για συκοφαντική δυσφήμηση, αρνούμενος κατηγορηματικά «ότι υπήρξα χαφιές της ΚΥΠ και κατέδιδα νέους εθνικιστάς». Από τις φυλακές της Κέρκυρας πλέον ο Καλέντζης εκδίδει νέα μπροσούρα με τίτλο «Η Μαύρη Βίβλος του Κώστα Πλεύρη». Επιμένει στους χαρακτηρισμούς και δημοσιεύει τις καταθέσεις του Πλεύρη στον ανακριτή Γυφτάκη. Σε μία απ’ αυτές ο Πλεύρης, ο οποίος δήλωνε «επιχειρηματίας», ανέφερε: «Δεν γνωρίζω αν τα όπλα τα οποία ευρέθησαν εις την οικίαν του Χρηστάκη ανήκουν πράγματι εις τον Καλέντζην, ο τελευταίος δεν ήτο ποτέ μέλος της 4ης Αυγούστου, διεφώνει δε πάντοτε μαζί μου, ως προς την μεθοδολογίαν διά την επικράτησιν των ιδεών του πατριωτισμού. Αν υπάρχουν όπλα, ως με ρωτάτε, εις οικίας μελών της 4ης Αυγούστου, δεν γνωρίζω, πλην όμως το αποκλείω. Κατά μήνα Οκτώβριον 1976 υπέβαλα εις την Γεν. Ασφάλειαν Αθηνών έγγραφον αναφοράν, παραδοθείσαν εις χείρας του Διοικητού αυτής Καραθανάσην, προ αυτού δε παραδοθείσαν εις τον αστυνόμον Γουρνιά ουδόλως ενεργήσαντα, εις την οποίαν ανέφερα ότι οι Μιχαλολιάκος, Καλέντζης, Γιαννόπουλος, Γερονικολάου είχον συγκροτήσει ομάδα τελείως άσχετον με το Κόμμα της 4ης Αυγούστου, η οποία θα προέβαινε εις εκνόμους ενεργείας. Επίσης ανέφερα ότι ο Καλέντζης έκρυβε όπλα και θα πρέπει να είχε τοποθετήση ταύτα εις το σημείο εις το οποίο είχε κρύψει τον πολύγραφο. Σημειωτέον ότι υπέδειξα εις τούτους, δηλ. την Ασφάλεια, και τον τρόπον εντοπίσεως του πολυγράφου».

Και ο ίδιος ο Μιχαλολιάκος στις καταθέσεις του εκείνη την εποχή αναφέρεται ονομαστικά στους συνεργάτες του και δίνει τα ονόματα και άλλων οι οποίοι εμφορούνται «από εθνικοσοσιαλιστικάς ιδέας». Αποκαλύπτει μάλιστα και πού βρίσκονται: «Ο Τσάμης κατά πάσα πιθανότητα πρέπει να υπηρετεί στη Λήμνο, είναι έφεδρος αξιωματικός. Γιώργος είναι ο Νικητέας. Νίκος πρέπει να είναι ο Τσάμης. Δημήτρης είναι ο Παπαουτσάς. Θανάσης πιθανώς είναι ο Καρακατσάνης. Αιμίλιος πρέπει να είναι ο Τριανταφύλλου…»

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να βγάλει κανείς ασφαλή συμπεράσματα από τους ανταγωνισμούς και τις εσωτερικές έριδες των νεοφασιστών. Πάντως οι καταγγελίες του Καλέντζη επιβεβαιώνονται από τον δημοσιογράφο Γιώργο Τράγκα, ο οποίος στο βιβλίο του «Κορυδαλλός 1975-79» υποστηρίζει ότι «ο Πλεύρης, που μετά τη μεταπολίτευση αντιμετώπισε τον ανταγωνισμό και την επιρροή του Καλέντζη στα στελέχη της 4ης Αυγούστου, ήταν ο πρώτος που ανέφερε στην Υπηρεσία Πληροφοριών της Γενικής Ασφαλείας Αθηνών και στον τότε διοικητή της Καραθανάση την ύπαρξη του οπλοστάσιου του νεαρού νεοφασίστα. Το ‘κάρφωμα’ του Καλέντζη από τον Πλεύρη αναφέρεται σε διοικητική εξέταση που διενεργήθηκε σε βάρος αστυνομικού ‘για απόκρυψη πληροφοριών Εθνικής Ασφαλείας’».

Στο βιβλίο του ο Γιώργος Τράγκας παραθέτει αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του διευθυντή των φυλακών Κορυδαλλού Ιωάννη Παπαθανασίου. Οι διατυπώσεις του διευθυντή -ο οποίος υπήρξε, κατά τον Γιάννη Κάτρη, «ένας συντηρητικός, υπηρεσιακός, δεξιός, έντιμος, ανώτερος δημόσιος υπάλληλος»- δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για τη σχέση του Πλεύρη με τους ανακριτές του Καλέντζη: «10 Μαρτίου 1977: Σήμερα στις 11.30 το πρωί ήλθε στη φυλακή ο ανακριτής κ. Γυφτάκης, ο οποίος πήρε τις καταθέσεις των κρατουμένων Αριστ. Καλέντζη, Αναργ. Κακκαβά και Πέτρου Μπάμπαλη. Ο ανακριτής συνοδευόταν από ένα συνταγματάρχη της ΚΥΠ κι έναν ανθυπασπιστή, που τοποθέτησαν μικρόφωνα στο αρχιφυλακείο, προκειμένου να παρακολουθήσουν τη συνομιλία μεταξύ Καλέντζη και του ιδιώτη Κώστα Πλεύρη (πρώην αρχηγός της 4ης Αυγούστου). Ο Πλεύρης εισήλθε στη φυλακή ύστερα από εντολή του ανακριτή. Η συνομιλία Καλέντζη-Πλεύρη τελείωσε γύρω στις 3 μ.μ. Ο κ. Γυφτάκης μού είπε ότι για όλα αυτά υπήρχε έγκριση του Υπουργείου Δικαιοσύνης» (Γιώργος Τράγκας, «Κορυδαλλός 1975-79. Ημερολόγιο Φυλακής», εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1980, σ. 244-246).

Από τη δική του πλευρά, ο ιδρυτής της οργάνωσης 4η Αυγούστου δεν υιοθετεί βέβαια τις κατηγορίες του Καλέντζη, αλλά σε πρόσφατο αυτοβιογραφικό αφήγημα παραδέχεται τις ιδιαίτερες σχέσεις που διατηρούσε με την ηγεσία της αστυνομίας όχι μόνο επί δικτατορίας, αλλά και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν ο δημοκρατικός Τύπος και ορισμένοι εισαγγελείς επιχειρούσαν να αποκαλύψουν το κύκλωμα των νεοφασιστών βομβιστών: «Επισκέπτομαι τον Καραθανάση στην Ασφάλεια. Είχα να πάω εκεί από τας αρχάς του 1974. Γίνεται ‘χαμός’ κατά το κοινώς λεγόμενον. Αξιωματικοί της αστυνομίας με χαιρετούν εγκαρδίως. Με περιφέρουν από το ένα γραφείο στο άλλο. Τελικώς φθάνω στον Καραθανάση, που χαίρεται που με βλέπει. Από λόγο σε λόγο τον ερωτώ: ‘Σκοπεύετε να με συλλάβετε;’ Βάζει τους γέλωτας. Συμπλέει με το καθεστώς [σ.σ. τη μεταπολιτευτική κυβέρνηση Καραμανλή], αλλά διατηρεί την ιδεολογικήν του ανεξαρτησίαν. Πριν αποχωρήσω φίλοι Αξιωματικοί μού δίδουν τα τηλέφωνά τους. Φεύγω ικανοποιημένος ότι στην αστυνομία άφησα καλό όνομα» (Κωνσταντίνος Α. Πλεύρης, «Γεγονότα 1965-1977. Τα άγνωστα παρασκήνια», εκδ. Ηλεκτρον, Αθήνα 2009, σ. 635).

Ο «ταμίας» καταγγέλλει

Αρκετά χρόνια αργότερα από τα πρώτα αλληλοκαρφώματα, η παλιά συνήθεια των ναζιστών επανέρχεται. Αυτή τη φορά ήταν ο μέχρι τότε ταμίας και φυσικά ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης, Χάρης Κουσουμβρής, ο οποίος με βιβλίο του καταφέρεται εναντίον των συντρόφων του και του αρχηγού («Γκρεμίζοντας τον μύθο της Χρυσής Αυγής», εκδ. Ερεβος, Πειραιάς 2004). Τους καταγγέλλει ότι αυτοί ευθύνονται που εκείνος συνελήφθη για ληστεία και ότι του φόρτωσαν ένα μαχαίρωμα αντιφασίστα, το οποίο είχα κάνει κάποιος άλλος. Μάλιστα ο Κουσουμβρής αφήνει να εννοηθεί ότι για την επίθεση ευθυνόταν ο Ηλίας Παναγιώταρος. «Εδώ», γράφει ο πρώην χρυσαυγίτης, «υπάρχει ένα άλλο γεγονός που αποδεικνύει τη βρομιά που υπάρχει γύρω από την υπόθεση. Ο Ηλίας Παναγιώταρος, τον οποίο κάλεσαν για κατάθεση, είχε ένα πάρα πολύ ισχυρό άλλοθι: κάποιον της Αστυνομίας. Τι ήταν αυτό που έκανε αυτόν να καλύψει τον Παναγιώταρο σ’ αυτή την υπόθεση; Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παναγιώταρος είναι προμηθευτής ενδύσεως των Σωμάτων Ασφαλείας. […] Επιπλέον φορτώθηκα για χάρη του Μιχαλολιάκου και μια άλλη δίκη, παρόλο που ήμουν αθώος. Δεν εννοώ την υπόθεση του Ιντερκοντινένταλ ούτε των Δικαστηρίων του ’98, και ο νοών νοείτω. Ο Μιχαλολιάκος έδινε συμβουλές ψυχραιμίας έξω από το χορό όπως πάντα. Η εφημερίδα ‘Χρυσή Αυγή’ ξεπερνώντας κάθε όριο γράφει μάλιστα ότι ο συναγωνιστής Παναγιώταρος αναγνωρίστηκε γι’ αυτήν την υπόθεση του μαχαιρώματος, αλλά είχε ισχυρό άλλοθι, τονίζοντας ότι είναι μια σκευωρία! Εδώ θα ήθελα να αναλύσω περισσότερο πάνω στην υπόθεση αυτή, περί ισχυρού άλλοθι του Παναγιώταρου και να διαψεύσω το δημοσίευμα που αναφέρει για αστυνομικό έλεγχο που απέδειξε ότι εκείνη την ώρα του επεισοδίου βρισκόταν σπίτι του. Στο ίδιο άρθρο ακριβώς πάνω απ’ αυτή την παράγραφο γράφει ο αρθρογράφος, που απ’ τον τρόπο γραφής συμπεραίνω ότι είναι ο ίδιος ο Αρχηγός: επίσης αναγνωρίστηκαν ότι συμμετείχαν οι Δημήτριος Παπαγεωργίου και Κουσουμβρής Χαράλαμπος. Πώς αναγνωρίστηκαν; Με υπόδειξη φωτογραφιών».

Οι καταγγελίες του Κουσουμβρή περιλαμβάνουν και άλλες περιπτώσεις, για τις οποίες υπαινίσσεται συνεργασία του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης και κυρίως του Αρχηγού με την Ασφάλεια. «Επιβεβαιώνεται η απειλή του Αρχηγού, που λίγο πριν αποχωρήσω μού είπε ότι έχει έναν άνθρωπο στο σύστημα υψηλά ιστάμενο που τον προστατεύει. Αυτός πάγωσε την υπόθεση του Περίανδρου και δεν κλητεύθηκε ο Αρχηγός και κατ’ επέκταση λόγω αυτού κι εγώ».

Ο Κουσουμβρής διατυπώνει και ένα εύλογο ερώτημα, με δεδομένη τη συμμετοχή της Χρυσής Αυγής στις ευρωεκλογές του 1999 με το σχήμα Πρώτη Γραμμή, το οποίο είχε επικεφαλής τον Κώστα Πλεύρη: «Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς ο Αρχηγός δέχτηκε να συνεργαστεί με τον Πλεύρη, όταν ο τελευταίος όπως προκύπτει από το βιβλίο του Αριστοτέλη Καλέντζη και απ’ τα ίδια τα λεγόμενα του Αρχηγού, ο Πλεύρης είχε οδηγήσει στα κάτεργα εκτός από τον Νίκο Μιχαλολιάκο και πολλούς άλλους συναγωνιστές του τότε ως βομβιστές. Πώς είναι δυνατόν να τα βρήκαν ο θύτης και το θύμα μετά από τέτοια σκευωρία;»

Και ο Περίανδρος…

Μετά την αποφυλάκισή του, στα τέλη του 2010, ο Περίανδρος (κατά κόσμον Αντώνιος Ανδρουτσόπουλος), πρώην υπαρχηγός της Χρυσής Αυγής, ο οποίος καταδικάστηκε ως επικεφαλής Τάγματος Εφόδου για τη δολοφονική επίθεση κατά του Δημήτρη Κουσουρή και των Καραμπατσόλη, Φωτιάδη τον Ιούνιο του 1998, διατυπώνει κι αυτός σκληρά υπονοούμενα για την ηγεσία της οργάνωσης και τον ίδιο τον φίρερ Μιχαλολιάκο:

«Μαζί τους μένει και η αχαριστία των υπανθρώπων, που παριστάνουν κάποιους συντρόφους μας, αρκετοί απ’ τους οποίους παρουσιάζονται έως και σήμερα ως ηγετίσκοι και στελέχη του πατριωτισμού, ενώ δεν ήταν παρά αυτοί, που μ’ έβγαλαν απ’ την μέση το 1998, σε συνεργασία με το καθεστώς είτε εκείνοι που επωφελήθηκαν απ’ την αντρική σιωπή μου ώστε να πληρώσω για κάτι που δεν έκανα.

Είναι πασίγνωστο σε συγκεκριμένους πρώην και νυν Χρυσαυγίτες, που ουδέποτε εκλήθησαν απ’ τον ανακριτή για το οτιδήποτε και που τώρα ως φοβισμένες πουτάνες σιγούν, ότι υπήρξα αθώος και κατεδικάσθην για ανομήματα άλλων. Στο ερώτημα βεβαίως τι έπραξαν όλοι αυτοί για μένα, που βίωσα τρομακτικές απώλειες τα 12 αυτά έτη –ψυχικές, σωματικές, οικονομικές, προσωπικές, οικογενειακές, κοινωνικές και φυσικά πολιτικές– η απάντηση είναι μία: απολύτως τίποτα.

Ανθρωπάκια συμπλεγματικά, δειλά και ανύπαρκτα, που κρύβονται πίσω από μια ιδέα τιτάνων, δεν έκαναν ποτέ ούτε μία ανοικτή συγκέντρωση για το δίκαιό μου, δεν απάντησαν σε κανέναν απ’ τους δεκάδες αλήτες δημοσιογράφους, που δίχως στοιχεία με συκοφαντούσαν, κάποια καραγκιοζάκια δεν ενεφανίσθησαν, ούτε σε μία απ’ τις δίκες μου, δεν έβαψαν ούτε έναν τοίχο να διαμαρτυρηθούν και βεβαίως δεν είχαν το σθένος να ανοίξουν όχι ένα εχθρικό, αλλά ούτε καν το δικό τους ρουθούνι για να με υπερασπισθούν.

Εφθασαν μάλιστα στο σημείο κάποια σκουπίδια να λέγουν τηλεοπτικώς σε όσους τους υπενθύμιζαν τον ‘κακό’ Περίανδρο, ότι η Χρυσή Αυγή δεν ευθύνεται για όποιες εγκληματικές πράξεις των μελών της! Την ίδια επίσης εποχή που ο Καρατζαφέρης δήλωνε στον αέρα σε προβεβλημένο δημοσιογράφο την επιθυμία και ευχή του ‘να πιάσετε τον Περίανδρο και να του κόψετε το κεφάλι’, στελέχη της Χρυσής Αυγής που γνώριζαν από πρώτο χέρι την αθωότητά μου, συμμετείχαν στο ψηφοδέλτιο του ανωτέρω για τις Νομαρχιακές εκλογές με άνεση προδότη, ενώ σε σχετική μου αντίδραση ο ηθικός καθοδηγητής τους έσπευδε να υπερασπισθεί τον πολιτικάντη!» (http://goo.gl/6bPD49).

Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών που κυκλοφορεί εκτάκτως σήμερα Κυριακή 29/9

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s