ΠΑΛΑΙΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΙ ΕΧΘΡΟΙ: Η Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου και το «ρεμπελιό των ποπολάρων»


Toυ Δημήτρη Αρβανιτάκη, Ιστορικου

Παρουσιάστηκε στο πρώτο μέρος του συνεδρίου, που έγινε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Παλιά Βουλή), το Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου.

Το ζήτημα της εξέγερσης των ποπολάρων της Ζακύνθου το 1628 αποτέλεσε για όλες, ακόμη και τις πιο αντιθετικές, προσεγγίσεις της επτανησιακής ιστορίας, ένα ζήτημα κομβικό, μιας και προσφερόταν για πολλές και διαφορετικές ερμηνείες. Η έλλειψη των πηγών, πρόβλημα αναμφισβήτητα υπαρκτό για αιώνες, δεν ήταν ίσως το πιο κρίσιμο ζήτημα. Τα εμπόδια και οι περιορισμοί στην κατανόησή του, οι λόγοι που επέτρεπαν τη χρήση του παρά την ερμηνεία μοιάζει να ήταν άλλης τάξεως: ας πούμε μιας τάξεως «εξωϊστορικής». Προσεγγίζοντας, λοιπόν, το θέμα μου, θεωρώ απαραίτητο να εκθέσω εξαρχής, με τη συντομία που επιβάλλουν τα όρια του χρόνου, τις δύο βασικές προκείμενες της προσέγγισης που έχω να προτείνω. Η πρώτη είναι το πρόβλημα του τόπου και του έθνους στην ιόνια λογιοσύνη και η δεύτερη το πρόβλημα της ισχυρής τοπικής συνείδησης μέσα στον ορίζοντα του έθνους. Σε μία πιο προσεχτική εξέταση, βέβαια, θα βρίσκαμε ότι στην ουσία πρόκειται για το ίδιο ζήτημα.
Η πρώτη προκείμενη. Το ζήτημα της ένταξης του ιόνιου κόσμου στον ελληνικό εθνικό ορίζοντα αποτέλεσε για την επτανησιακή λογιοσύνη του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα ένα ζήτημα πολύ κρίσιμο: τόσο όσο για καμία άλλη περιοχή του ελληνικού κόσμου. Η κρισιμότητα αυτή δίνει και την εξήγηση του γιατί το εν λόγω ζήτημα δεν αποτέλεσε μόνο ένα επιστημονικό-ιστοριογραφικό, αλλά κατά βάση ένα κοινωνικό πρόβλημα. Τούτο αποτέλεσε και έναν από τους γενεσιουργούς λόγους της νέας επτανησιακής ιστοριογραφίας, γιατί, ας το πούμε έτσι, είχε και ο ιόνιος κόσμος τους δικούς του «Fallmerayer», εκείνους δηλαδή που αμφισβητούσαν σε έναν βαθμό την ελληνικότητά του. Και αυτοί είχαν πολλαπλή καταγωγή: ξένοι λόγιοι και περιηγητές, αλλά και λόγιοι της Αθήνας.
Δεν έχουμε εδώ παρά να θυμηθούμε εντελώς επιγραμματικά το πρόβλημα όπως τέθηκε και όπως απαντήθηκε από τους δύο βασικούς ιστοριογράφους εκείνων των χρόνων: τον Ερμάννο Λούντζη και τον Παναγιώτη Χιώτη. Και οι δύο δεν αρνήθηκαν, και δεν θα μπορούσαν να το κάνουν, την ιδιοτυπία του ιόνιου χώρου, την επιμειξία πληθυσμών και τις δυτικές επιρροές στα ήθη και στη γλώσσα. Επέμειναν, όμως, με τον τρόπο του ο καθένας, στο βασικό επιχείρημα: ότι ναι μεν υπήρξαν επιμειξίες και διαδοχικές επιδράσεις, αλλά ο «Ελληνισμός [υπήρξε] ένα χωνευτήριον τρόπον τινά, εν ω άπαντα τα ξενικά στοιχεία τηκόμενα μετεβάλλοντο, το δε εκ του ετερογενούς τούτου μίγματος προκύπτον μέταλλον διετέλει αείποτε ελληνικόν», όπως μας είπε ο Λούντζης, τονίζοντας την «αφομοιωτική δύναμη του ελληνισμού». Οι «τοπικοί λαοί», επέμεινε συμπληρωματικά ο Χιώτης, δεν καθρεφτίζουν την τελική καθαρότητα του έθνους, αλλά αποτελούν δυναμικές ψηφίδες που πρόκειται να συγκροτήσουν στο μέλλον την επιθυμητή, καθαρή εικόνα.
Αλλά αν η επτανησιακή λογιοσύνη μπορούσε σε ένα πρώτο επίπεδο να αντιμετωπίσει το παραπάνω ζήτημα επικαλούμενη πολιτισμικά και όχι φυλετικά κριτήρια, όπως άλλωστε και η λογιοσύνη ης Αθήνας πολεμώντας τον Fallmerayer, τα πράγματα εδώ ήταν πιο σύνθετα. Γιατί αυτό; Γιατί στο Ιόνιο το εθνικό ζήτημα συμπλέχτηκε εξαρχής με το κοινωνικό, κάτι που καθόλου δεν συνέβη στην κυρίως Ελλάδα˙ ή καλύτερα, εκεί άργησε πάρα πολύ να συμβεί. Και αν δεχόμαστε γενικά ότι στον δέκατο ένατο αιώνα το εθνικό στοιχείο κυριάρχησε στις ζητήσεις και στους στόχους του Ιονίου, αποτελώντας τη βασική προκείμενη και την τροχιοδεικτική γραμμή, καλό είναι να θυμόμαστε ότι μέσα σ’ αυτή τη διαδικασία μπορεί η αυτονομία του κοινωνικού στοιχείου να εξαφανίστηκε, αλλά αυτό καθόλου δεν εξαφανίστηκε. Ας το πούμε συμβολικά: όταν πέθαινε ο Αντώνιος Μάτεσης (1875), ο συγγραφέας του Βασιλικού, είχε ήδη γεννηθεί ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872), ο συγγραφέας των Σκλάβων στα δεσμά τους. Στο μεταξύ η αυτονομία της κοινωνικής κριτικής είχε χαθεί, αλλά μπορούμε να παρατηρήσουμε μία μετάπλαση πολύ ενδιαφέρουσα, μία σύμπλεξη δηλαδή του κοινωνικού με το εθνικό, μάλλον μία υπαγωγή του πρώτου στο δεύτερο. Υπό μία έννοια, μάλιστα, το κοινωνικό αναδύθηκε με τη νέα του μορφή από εκείνους ακριβώς οι οποίοι επιχείρησαν να επιβάλουν την κυριαρχία της εθνικής οπτικής – εννοώ τους Ριζοσπάστες του Κωνσταντίνου Λομβάρδου!
Στην κεντρική ελληνική ιστοριογραφία η ρομαντική σχολή του Παπαρρηγόπουλου και του Ζαμπέλιου, εκείνη που επέβαλε μία ενιαία αφήγηση του εθνικού χρόνου εκλαμβάνοντας το έθνος ως ενιαίο υποκείμενο της ιστορίας του, άργησε πολύ να αμφισβητηθεί: αυτό ουσιαστικά έγινε στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα με την εμφάνιση της μαρξιστικής ιστοριογραφίας. Αλλά στο Ιόνιο, παρά την εμμονή του συνόλου των τοπικών ιστοριογράφων να ανταποκριθούν στο ρομαντικό σχήμα μιας εθνικής ιστοριογραφίας «ενιαίου λόγου», στη λογική και στη ροή της οποίας ήθελαν βεβαίως να ενταχθούν, η υπονόμευση του «ενιαίου υποκειμένου» ήρθε πολύ ενωρίς. Μία ιστοριογραφική -ίσως περισσότερο πολιτική, αλλ’ αυτό για μας έχει λιγότερη σημασία- θεώρηση, αυτή του Λομβάρδου και των ενωτικών Ριζοσπαστών, αναρωτήθηκε και απάντησε αρνητικά στο ερώτημα αν η «τάξη» των ευγενών ανήκε στις εθνικές δυνάμεις του τόπου, διασπώντας έτσι το υποκείμενο της εθνικής ιστορίας με τρόπο καταλυτικό. Αν για την ρομαντική ιστοριογραφία, το υποκείμενο της ιστορίας είναι το έθνος στο σύνολό του, ο ριζοσπαστισμός επιχείρησε να αποτυπώσει μια γενεαλογία των εθνικών δυνάμεων, μια γενεαλογία του φορέα της εθνικής ιδέας, του λαού με άλλα λόγια, από την οποία οι ευγενείς ήταν απόντες. Υπό μία έννοια, ο ριζοσπαστισμός υπήρξε για την ελληνική ιστοριογραφία ένας «πρόγονος» του μαρξισμού και δεν είναι καθόλου περίεργο αν αυτός ο τελευταίος πήρε ακριβώς τα εργαλεία του πρώτου για να αναγνώσει την ιστορία του Ιονίου: διαβάζοντας τον Κορδάτο καταλαβαίνουμε ότι διαβάζουμε τον Λομβάρδο. Αλλά, σε αυτά θα επανέλθουμε.
Η δεύτερη προκείμενη της προσέγγισής μου, εκείνη που αφορά την ισχυρή τοπική ταυτότητα, είναι περισσότερο απτή, γι’ αυτό θα κάνω μόνο δύο γενικές παρατηρήσεις. Η πρώτη. Όσο και αν η επιθυμία ένταξης στον ελληνικό εθνικό κόσμο υπήρξε καταλυτική για τον επτανησιακό δέκατο ένατο αιώνα, η διαδικασία, οι τρόποι δηλαδή της ιστορικής πραγμάτωσης αυτής ακριβώς της επιθυμίας έπρεπε να αναμετρηθούν με –και να υπερβούν- τις ιδιαιτερότητες που γεννούσε η ιδιότυπη ιστορική μοίρα αυτού του τόπου. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι πάντα ένα ισχυρό πολιτιστικό παρελθόν διαμορφώνει ισχυρές τοπικές ταυτότητες, άρα και αντιστάσεις που κάμπτονται δύσκολα και πολύ αργά, όταν μάλιστα το ιστορικό παρόν εμφανίζεται λιγότερο λαμπρό από ένα παρελθόν που λαμπρύνεται όλο και περισσότερο μέσα από τις μυθοποιητικές διαδικασίες των μνημονικών μηχανισμών. Η δεύτερη παρατήρηση. Οι ισχυρές τοπικές ταυτότητες δημιουργούν αυτονόητα και αναπόφευκτα ψυχολογικούς μηχανισμούς, συναισθηματικές ταυτίσεις, κάποτε και συμπλέγματα υπεροχής, που λειτουργούν πολύ συχνά ως παραμορφωτικός φακός, συσκοτίζοντας και υπονομεύοντας την ιστορική κρίση.
Το «ρεμπελιό των ποπολάρων», μία από τις ελάχιστες στιγμές στη σειρά της γεγονοτολογικής ιστορίας του ιόνιου χώρου, μπορεί να μας δώσει ανάγλυφα την αποτύπωση των παραπάνω συλλογισμών. Μάλιστα, όχι τόσο στο επίπεδο της ιστορικής ερμηνείας του ιστορικού γεγονότος καθεαυτού, όσο σε κείνο της ιστοριογραφικής του ερμηνείας και της ιδεολογικής του χρήσης.
Αρκετοί από τους ιστοριογράφους ή τους λόγιους του Ιονίου αναμετρήθηκαν με το ρεμπελιό, είτε γιατί αυτό αποτελούσε ένα αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός που μπορούσε να γεμίσει τον ισχνό από άποψη «γεγονότων» μακρό χρόνο της βενετοκρατίας, είτε γιατί μπορούσε να στηρίξει την προτεινόμενη ιστοριογραφική τους θέση και ερμηνεία. Η Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου, ως προς αυτό, δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Γνωρίζουμε ότι με το θέμα ασχολήθηκε και δημοσίευσε διαδοχικά κείμενα, ουσιαστικά όμως επεκτείνοντας και εμπλουτίζοντας μία αρχική της ιδέα.
Η πρώτη δημοσίευσή της με τον τίτλο «Το ρεμπελιό των Ποπολάρων (Η πρώτη κοινωνική επανάσταση που ’γινε στην Ελλάδα)» στην αθηναϊκή εφημερίδα Δημοκρατία. Εργατική – Αγροτική, την Κυριακή 5 Μαρτίου του 1933 (σ. 3). Η Δημοκρατία, διευθυντής της οποίας ήταν ο Στρατής Μυριβήλης, υπήρξε εκφραστής της πολιτικής του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και το κείμενο της Μινώτου δημοσιεύτηκε ανήμερα των εκλογών της 5ης Μαρτίου του 1933. Η σύμπτωση δεν μπορεί να είναι τυχαία. Δεν γνωρίζω τις ιδεολογικές αναζητήσεις της Μινώτου, ούτε τις ενδεχόμενες σχέσεις της με τον χώρο του Παπαναστασίου. Μπορώ να υποθέσω, αλλά δίχως να έχω στοιχεία, φιλικές της σχέσεις με τον Μυριβήλη και με τους κύκλους του Παπαναστασίου, ιδεολογικές δηλαδή ανησυχίες και αναζητήσεις που θα ταίριαζαν με τις φιλελεύθερες θέσεις της για τα κοινωνικά ζητήματα, τη θέση της γυναίκας και το γλωσσικό ζήτημα. Αλλά, το θέμα μοιάζει περισσότερο σύνθετο και, πάντως, το έδαφος των υποθέσεων ολισθηρό.
Το δημοσίευμα στη Δημοκρατία εκφράζει την πρώτη, εισαγωγική προσέγγιση της Μινώτου, αφού ουσιαστικά, μέσα από πολλά παραδείγματα, αναδεικνύει την τυραννική στάση και το ακαταδίωκτο των ευγενών και τα βάσανα των «ποπολάρων», δίχως να επεκτείνεται αναλυτικά στο ίδιο το γεγονός του ρεμπελιού. Το κείμενο ανταποκρίνεται σε γενικές γραμμές σε αυτό που στις κατοπινές δημοσιεύσεις της γνωρίζουμε ως εισαγωγή στην αφήγηση της εξέγερσης των ποπολάρων το 1628. Η δημοσίευση στην εφημερίδα δεν φαίνεται να συνεχίστηκε.
Στους αμέσως επόμενους μήνες η Μινώτου επανήλθε στο ζήτημα, εμπλουτίζοντας την πρώτη της δημοσίευση, καθώς άρχισε να δημοσιεύει στο περιοδικό της, την Ιόνιο Ανθολογία, ένα πολύ μεγαλύτερο κείμενο σχετικά με το ρεμπελιό. Σχεδόν ταυτόχρονα με το τέλος της δημοσίευσης στην Ιόνιο Ανθολογία, τον Νοέμβριο του 1933 δηλαδή, άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες μία γαλλική εκδοχή του ίδιου κειμένου στην υπερσυντηρητική γαλλόφωνη εφημερίδα της Αθήνας Le Messager d’Athènes, με την οποία συνεργαζόταν από χρόνια, δημοσιεύοντας κυρίως λαογραφικό υλικό. Αυτό το κείμενο, την εκτεταμένη δηλαδή μορφή, το εξέδωσε και αυτόνομα, σε ελληνική και γαλλική εκδοχή, στα τέλη της ίδιας χρονιάς. Οι δύο εκδόσεις εκυκλοφόρησαν ταυτόχρονα, σε 300 αντίτυπα καθεμιά, πιθανότατα τον Νοέμβριο του 1933.
Η χρονική σήμανση της υπογραφής της είναι η ίδια και στις δύο εκδοχές του κειμένου («Ιούνιος 1933», «Juin 1933»), αλλά η γαλλική και η ελληνική μορφή δεν είναι ταυτόσημες: έχουν ορατές διαφορές ως προς τη δόμηση και τον τρόπο της βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης, οι οποίες πάντως δεν επηρεάζουν την ουσία της αφήγησης ούτε παραλλάσσουν τη θέση της. Πιθανότατα πρέπει να οφείλονται σε διαφορετικά στάδια σύνθεσης. Επιπλέον, ενώ το κείμενο της Ιονίου Ανθολογίας, πέρα από τα έγγραφα που της έστειλε ο Ζώης (βλ. αμέσως παρακάτω), έχει ελάχιστες βιβλιογραφικές παραπομπές, στις αυτόνομες δημοσιεύσεις η βιβλιογραφική τεκμηρίωση είναι σχετικά πλουσιότερη, όχι όμως ιδιαίτερα λειτουργική. Και τούτο γιατί τα βοηθήματα που χρησιμοποιεί (κυρίως ιστοριογραφικά και λογοτεχνικά κείμενα, περιηγητές) δεν αφορούν το ίδιο το γεγονός του ρεμπελιού ή την εποχή του, αλλά γενικότερα την επτανησιακή ιστορία, κυρίως δε μεταγενέστερες εποχές, με προφανή στόχο να αποτυπώσει τον βίο και την πολιτεία των ευγενών και την καταπίεση του λαού της Ζακύνθου.
Τι εγνώριζε, όμως, η Μινώτου για το ίδιο το γεγονός του ρεμπελιού όταν άρχιζε τις δημοσιεύσεις της; Ελάχιστα, όπως ομολογεί η ίδια σε επιστολή της στον Λεωνίδα Ζώη, στις 28 Μαΐου του 1933, όταν δηλαδή είχε ήδη δημοσιεύσει το πρώτο κείμενο στη Δημοκρατία και είχε ξεκινήσει την εκτενέστερη δημοσίευση την Ιόνιο Ανθολογία:

[…] ό,τι ξέρετε σχετικό με το ρεμπελιό των ποπολάρων να μου το σημειώσετε και να μου το στείλετε το ταχύτερο. […] Θυμηθείτε, ψάξετε, ψάξετε να ζείτε. Και όχι αργά. Όσο το δυνατόν σύντομα, γιατί θ’ αρχίσει σε λίγες μέρες -στο μέσο της βδομάδας αυτής- να τυπώνεται η συνέχεια. […] Μέχρι της ώρας έχω υπόψει μου κυρίως το Ρεμπελιό των ποπολάρων του Σουμάκη. Εχτός απ’ αυτό μερικές πληροφορίες από τον Σάθα, Χιώτη, Δε-Βιάζη, Scrofanni κ.τ.λ. Θα ήθελα να ’βλεπα τη στατιστική των εγκλημάτων στην Επτάνησο του Σάθα. Εδώ δεν υπάρχει. Μήπως το ’χετε; […]. Στις συνέχειες θα γράψω και για τις άλλες στάσεις στα Εφτάνησα. Ότι ξέρετε κατατοπίστε με. Ή αν υπάρχει υποδείχτε μου να τα βρω εδώ.

Πράγματι, αυτές ήταν αρχικά οι μόνες πηγές της, όπως παραδεχόταν αργότερα και στον επίλογο της αυτόνομης ελληνικής έκδοσης. Παρεκβατικά για την ώρα, αφού θα επανέλθουμε αναλυτικά, να σημειώσουμε ότι η Μινώτου μιλώντας στον Ζώη φαίνεται ότι αποσιωπούσε ένα ακόμα όνομα που δεν μπορεί παρά να είχε υπ’ όψη της: εκείνο του Κωνσταντίνου Λομβάρδου.
Ο Ζώης ανταποκρίθηκε άμεσα στο πιεστικό αίτημά της, στέλνοντάς της τρία έγγραφα που άντλησε από το Αρχειοφυλακείο της Ζακύνθου, από τα οποία εκείνη περιέλαβε στο δημοσίευμά της μόνο τα δύο από τα τρία έγγραφα: αυτά ήταν και τα πρώτα, μεγάλης σημασίας, τεκμήρια σχετικά με το ρεμπελιό που είδαν το φως και αποτέλεσαν την αρχή για την ιστορική του κατανόηση με καθυστέρηση τριών ακριβώς αιώνων. Για τα επόμενα πενήντα περίπου χρόνια, μέχρι τη δημοσίευση ενός πακτωλού εγγράφων από το Κρατικό Αρχείο της Βενετίας από τον Διονύσιο Ρώμα, αυτά τα δύο έγγραφα αποτέλεσαν τον τεκμηριωτικό ορίζοντα του ρεμπελιού.
Ποιος ήταν, όμως, ο στόχος των δημοσιεύσεών της; Όπως αναφέρει στον πρόλογο της γαλλικής έκδοσης, στόχος της δεν ήταν η συγγραφή μιας συνολικής ιστορίας του Ιονίου, αλλά η φιλοτέχνηση του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα ήταν δυνατόν να κατανοηθεί ο κόσμος της λαογραφίας, που αποτελούσε και το βασικό της μέλημα. Είναι, ούτως ή άλλως, πολύ ενδιαφέρουσα η οπτική τού να «ιστορικοποιήσει» τον κόσμο των εθίμων και των παραδόσεων και να προσφέρει το ιστορικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο φύτρωσε αυτός ο κόσμος. Αλλά είχε και έναν δεύτερο στόχο, ο οποίος δηλωνόταν και στη γαλλική έκδοση, σαφέστερα όμως στην ελληνική: να προσφέρει μια ιστορία των αγώνων του επτανησιακού λαού για την ελευθερία, επικεντρωνόμενη στην περίοδο της βρετανικής προστασίας:

Και το δίνω τώρα [= το ρεμπελιό], ευνόητο [= κατανοητό] ελπίζω, καθορισμένο στην εποχή του [= ενταγμένο στην εποχή του] ως αρχή μιας άλλης μονογραφίας για τις τόσες, τις άπειρες μπορώ να πω, στάσεις που έγιναν κατοπινά στα Εφτάνησα και που δείχνουν το χαρακτηριστικό του Εφτανήσιου λαού, το φιλελεύθερο πνεύμα του, που δεν υποτάσσεται μήτε στη βία, μήτε σε καλοπιάσματα και που κατέληξε στο Ριζοσπαστισμό και κατά συνέπεια στην Ένωση των νησιών του Ιονίου με την Ελλάδα.

Και από την αναφορά αυτή, αλλά και από μία λίγο μεταγενέστερη επιστολή της στον Ζώη (20 Μαρτίου 1935) γνωρίζουμε ότι σχεδίαζε τη συνέχεια, γράφοντας και για άλλες εξεγέρσεις στο Ιόνιο. Δεν γνωρίζουμε, όμως, αν μια τέτοια μελέτη προχώρησε, σίγουρα πάντως, ακόμη και αν προχώρησε, δεν δημοσιεύτηκε.
Η θέση που εκφράζει ήδη από τις πρώτες δημοσιεύσεις της είναι σαφής: η καταπίεση, οι προσβολές, η τυραννία των αρχόντων σε βάρος των ποπολάρων, αυτά ήταν εκείνα που γέννησαν το ρεμπελιό του 1628, το οποίο στρεφόταν όχι κατά της Βενετίας αλλά αποκλειστικά κατά των ντόπιων ευγενών, τους οποίους ο «λαός» θεωρούσε ξένους, αφού οι εκείνοι τον περιφρονούσαν, προτιμούσαν να μιλούν ιταλικά, επέλεγαν το καθολικό δόγμα και όχι την ορθοδοξία. Ως τεκμήρια της τυραννίας θα φέρει, δίχως να δυσκολευτεί, ιστορίες που γνωρίζουμε από τον Σάθα, από τον Saint-Sauver, τον Scrofani και τον Ξενόπουλο, ιστορίες που πρέπει να ήταν κοινός τόπος στα χρόνια εκείνα, ιστορίες που οπωσδήποτε κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα, και θα κλείσει με τον γνωστό και πολυχρησιμοποιημένο καταπέλτη του Μαρτελάου: «Δεν μπορεί ανθρώπου γλώσσα / να ειπή τι συφοραίς / εγεννούσαν των αρχόντων / η κλεψαίς και αδικιαίς. / […]».
Και ποια υπήρξε, πιο συγκεκριμένα, η αφορμή, η θρυαλλίδα της εξέγερσης; Υπήρξε, το γνωρίζουμε, η διαταγή της Βενετίας για υποχρεωτική καταγραφή των υπόχρεων σε στράτευση ποπολάρων, ώστε να μπορούν να συγκροτούνται οι καθημερινές φρουρές που θα αναλάμβαναν τη φρούρηση της πόλης μπροστά στον οξυμμένο κίνδυνο των πειρατών όχι πλέον από χωρικούς αλλά από τον λαό της πόλης. Και γιατί αντέδρασαν οι ποπολάροι; Γιατί αυτοί, μας λέει η Μινώτου, «θέλανε τρόπον τινά να ’ναι ιππότες υπερασπιστές, εθελοντές στρατιώτες σαν εκείνους της παλαιότερης εποχής των Βυζαντινών χρόνων, που γλύτωσαν τη Σικελία και που σώσανε την Εφτάνησο από τον τούρκο εξολοθρευτή. Στρατιώτες με τη σημασία της υποχρεωτικής θητείας, ούτε να τ’ ακούσουν. Ήταν σκλάβοι λοιπόν να τους μεταχειριστούν έτσι, να καταπατούν κάθε δικαίωμα της ελευθερίας τους;» Εμείς γνωρίζουμε ότι τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα. Η προοπτική της αδιάκριτης καταγραφής και υποχρεωτικής στράτευσης του λαού της πόλης συνάντησε την αντίδραση και των ισχυρών ποπολάρων και της φτωχότερης μάζας για εντελώς διαφορετικούς όμως λόγους: οι πρώτοι θεώρησαν υποτιμητικό και δείγμα υποβάθμισης το να υπηρετούν υπό τις διαταγές αρχόντων, ενώ οι δεύτεροι το είδαν ως μία ακόμη δυνατότητα εκμετάλλευσής τους από τους άρχοντες, ως υποβιβασμό τους στο status των χωρικών, οι οποίοι μόνοι ως τότε υποχρεούνταν να υπηρετούν στις φρουρές της πόλης. Αντιλαμβανόμαστε ότι οι άρχοντες είχαν κάθε λόγο να υποστηρίξουν τη νέα προοπτική. Η Μινώτου μπορεί να μην εγνώριζε τις εσωτερικές διακρίσεις των ποπολάρων και να υπερέβαλε στις στοχεύσεις τους («θέλανε τρόπον τινά να ’ναι ιππότες υπερασπιστές»), άρα και στην ερμηνεία του γεγονότος, αντιλαμβανόταν όμως ορθά την κοινωνική βάση του προβλήματος.
Ούτως ή άλλως, οι παραπάνω παραδοχές θα αποτελέσουν την κεντρική γραμμή και τη βάση της αφήγησής της, η οποία τονίζεται εμφαντικά στον υπότιτλο της παρούσας εργασίας της, αλλά και επανέρχεται επίμονα σε όλες τις προηγούμενες και επόμενες δημοσιεύσεις της: το ρεμπελιό υπήρξε «κοινωνική επανάσταση», μάλιστα «η πρώτη που ’γινε στην Ελλάδα», και βεβαίως όχι μια εθνική επανάσταση. Αυτό είναι ορθό. Η ερμηνεία περί ενός δήθεν εθνικού χαρακτήρα του ρεμπελιού θα εμφανιστεί πολύ αργότερα, μέσα από τις αδικαιολόγητες γενικεύσεις και παρερμηνείες περισσότερο του Ντίνου Κονόμου και λιγότερο του Διονυσίου Ρώμα.
Η Μινώτου, όπως ήδη σημειώσαμε, χρησιμοποίησε ως βοηθητικό στοιχείο, ως στοιχείο πλαισίωσης τα έγγραφα που της προμήθεψε ο Ζώης, τοποθετώντας τα στις υποσημειώσεις και δίχως να τα εντάξει οργανικά στην αφήγησή της. Έστω. Τα έγγραφα ωστόσο εκείνα στήριζαν τη δική της ερμηνεία, που όσο κι αν είναι γενικευτική, δεν παύει να κινείται εντός του ιστορικού πλαισίου, επιτρέποντας μία έστω απλοϊκή κοινωνική ερμηνεία της εξέγερσης. Δεδομένου, όμως, ότι τα έγγραφα αυτά εφώτιζαν συγκεκριμένες πτυχές του γεγονότος, αλλά σιωπούσαν για άλλα πολύ κρίσιμα ζητήματα (διάρκεια, προσωπογραφικά στοιχεία, ακριβή αιτήματα, οικονομική και κοινωνική κατάσταση των πρωταγωνιστών, βαθμός και τρόπος συμμετοχής των μαζών της πόλης στα γεγονότα κ.λπ.), η Μινώτου εξαρτήθηκε αποκλειστικά από την αφήγηση του Σουμάκη, για την αξιοπιστία του οποίου δεν φαίνεται να αμφέβαλε καθόλου. Απορεί κανείς με αυτή της την εκτίμηση, όχι μόνο γιατί ο δάσκαλός της, ο οξύνους Σπυρίδων δε Βιάζης, είχε από χρόνια (1890) αμφισβητήσει ρητά την αξιοπιστία του κειμένου, αλλά και γιατί η ίδια εκ των πραγμάτων αντιλαμβάνεται το πρόβλημα, αφού ακολουθεί μεν την αφήγηση του Σουμάκη, αλλά, όπως θα δούμε, ερμηνεύει τα γεγονότα αντίστροφα.
Η εξάρτησή της από το κείμενο του Σουμάκη είναι εντυπωσιακή όσο και υπονομευτική για τη δική της ερμηνεία. Ενώ δηλαδή θέτει το «δίκιο» στην πλευρά των εξεγερμένων, ενώ δεν έχει καμία αμφιβολία για την τυραννική στάση των ευγενών, ενώ θεωρεί ότι ο λαός χαρακτηριζόταν από αθωότητα και καλή πίστη, αποδέχεται πλήρως την πλοκή των γεγονότων, τους μελανότατους ηθικούς χαρακτηρισμούς των ποπολάρων, τις απαξιωτικές κρίσεις και τις ποιοτικές αξιολογήσεις κ.λπ. όπως αυτά έχουν εκφραστεί από τον Σουμάκη: οι ποπολάροι δωροδόκησαν τον προβλεπτή Piero Malipiero και φέρθηκαν με αχαριστία στον διάδοχό του τον Giacomo Bembo, οι αρχηγοί του ρεμπελιού ήταν άνθρωποι όχι μόνο δίχως οικονομική επιφάνεια, αλλά κυρίως αρνητικής ηθικής ποιότητας κ.λπ. Βεβαίως η Μινώτου δεν είχε στη διάθεσή της στοιχεία που θα της επέτρεπαν να ανατρέψει την εικόνα που είχε παραδώσει ο ευγενής και καθόλου αμερόληπτος Σουμάκης, αλλά το ζήτημα δεν είναι αυτό. Είναι ότι η νεότερη συγγραφέας δεν μπόρεσε να υποψιαστεί ότι η απόλυτη διάκριση που είχε φιλοτεχνήσει ο μοναδικός μάρτυρας μπορούσε κάλλιστα να υποστηρίξει το δικό του ρητορικό και ιδεολογικό σχήμα, αλλά υπονόμευε απολύτως το δικό της.
Παρ’ όλ’ αυτά, όπως αναφέρθηκε, η Μινώτου ερμήνευσε αντίστροφα τα γεγονότα. Αν για τον Σουμάκη η εξέγερση των ποπολάρων ήταν «αδικαιολόγητη» εντός του θεολογικής προελεύσεως ιδεολογικού κόσμου της Βενετίας, αν οι ποπολάροι ήταν αγνώμονες και αυθάδεις, αν ζητούσαν πράγματα που «δεν τους έπρεπαν», για τη Μινώτου όλα αυτά είχαν μια αντίστροφη ερμηνεία. Για κείνην το πρόβλημα ήταν η αυθαιρεσία των αρχόντων: η τυραννία του λαού της πόλης, αυτό ήταν που προκάλεσε την έκρηξη. Με άλλα λόγια, δηλαδή, το σπάσιμο των όρων του «κοινωνικού συμβολαίου» δεν οφειλόταν στους ποπολάρους, αλλά στους άρχοντες: αυτοί αποδείχτηκαν το αντίθετο από εκείνο που προπαγάνδιζε ο Σουμάκης, δεν στάθηκαν δηλαδή «πατέρες του λαού». Για τούτο, άλλωστε, και πολύ σωστά, η Μινώτου τονίζει ότι οι ποπολάροι δεν στράφηκαν εναντίον της Βενετίας, αλλά εναντίον των τοπικών τυράννων, των αρχόντων.
Βεβαίως, ούτε το πολεμικής φύσεως κείμενο του Σουμάκη ούτε οι αρχειακές πηγές που είχε στη διάθεσή της ούτε και η προγενέστερη ιστοριογραφική παραγωγή μπορούσαν να της επιτρέψουν να δει μία σημαντικότατη παράμετρο που θα μπορούσε να την οδηγήσει σε άλλου είδους προβληματισμούς και ερμηνείες. Ποια παράμετρο; Ότι οι «ποπολάροι» δεν αποτελούσαν αδιαφοροποίητα το σύνολο του αστικού πληθυσμού, αλλά είχαν εσωτερικές διακρίσεις πολύ σημαντικές. Οι «ποπολάροι» δηλαδή που ηγήθηκαν της εξέγερσης αποτελούσαν ένα εύρωστο και οικονομικά ισχυρό στρώμα του λαού της πόλης, το οποίο είχε τα προσόντα να ενταχθεί στην τοπική ευγένεια και άρα στα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτό το στρώμα χρησιμοποίησε ως μοχλό πίεσης την υπαρκτή και ορατή -ακόμα κι από τη Βενετία- κατάχρηση της εξουσίας των ευγενών: αυτό στάθηκε το εργαλείο που τους εξασφάλιζε την υποστήριξη του καθαυτό «πόπολου» της πόλης με το οποίο, είναι αλήθεια, δεν ένιωθαν και πολλά κοινά. Αν η Μινώτου μπορούσε να γνωρίζει τούτες τις εσωτερικές διακρίσεις του «πόπολου» θα κατόρθωνε να αντιληφθεί ότι η εξέγερση δεν στόχευε καθόλου στην κατάργηση των προνομίων, δεν εξέφραζε καθόλου την τάση του «λαού» για ισότητα και ελευθερία, ούτε ήταν μία κίνηση για γκρέμισμα του υπάρχοντος ιεραρχικού καθεστώτος. Ακόμα κι αν είναι αναμφισβήτητο, όπως μας έμαθε ο Gramsci, ότι ένα στοιχείο της «λαϊκής ιδεολογίας» είναι η παντοτινή, αυθόρμητη τάση, του απλού ανθρώπου για κατάργηση των διακρίσεων και ανατροπή της ιεραρχικής πυραμίδας, δεν ήταν αυτό που έδωσε τον τόνο στο ρεμπελιό˙ το αντίθετο.
Τα εργαλεία, όμως, που έδινε στη Μινώτου η εποχή της δεν ήταν αυτά και με βάση αυτόν τον ορίζοντα οφείλουμε να εκτιμήσουμε τη θέση της. Δεν γνωρίζω την επαφή της, όποια και όση μπορεί αυτή να ήταν, με τις ιδέες του αρχόμενου μαρξισμού, ή έστω με το γενικότερο κλίμα όπως αυτό διαμορφωνόταν στην ελληνική ζωή των δεκαετιών του 1920 και 1930. Οπωσδήποτε ευαίσθητος δέκτης ήταν και η ανάδυση του «λαού» ήταν απτή εκείνες τις εποχές. Το φιλελεύθερο πνεύμα και οι πνευματικές της ανησυχίες πιθανότατα κάτι θα της επέτρεπαν να προσλάβει από την ατμόσφαιρα που διαμορφωνόταν. Αλλά, αν γι’ αυτά δεν είμαι καθόλου σίγουρος, θεωρώ ότι πατάμε σε ασφαλέστερο έδαφος αν θεωρήσουμε ότι η άποψή της για την ομογενοποιημένη αντίληψη του λαού, για την «αθωότητά» του, για την ταύτιση λαού και «ποπολάρων», για τη γενική αντίθεση «λαού – αρχόντων», για την ερμηνεία του ρεμπελιού ως αίτημα γενικής ελευθερίας έρχεται από την παράδοση του ρομαντισμού και από τη θέση των ριζοσπαστών, ιδιαίτερα του Λομβάρδου.
Αναφερόμαστε δηλαδή σε εκείνη την ερμηνευτική γραμμή που διαμορφώθηκε από τη ριζοσπαστική ιστοριογραφία του δέκατου ένατου αιώνα και την οποία υπαινιχθήκαμε στην αρχή τούτης της εργασίας. Αν δηλαδή ο Παναγιώτης Χιώτης, προκειμένου να αποδείξει την «ελληνικότητα» των πληθυσμών του Ιονίου είχε εκφράσει τη θέση ότι στους μακρούς αιώνες της βενετικής κυριαρχίας ο «επτανήσιος» «ουδέποτε εφιλιώθη» με τους κυριάρχους του, η ερμηνευτική γραμμή των ριζοσπαστών ήταν διαφορετική: ο φορέας της εθνικής ιδέας ήταν ο λαός και όχι οι ευγενείς. Αυτή η ερμηνευτική έβλεπε ενιαία την πορεία της σύγκρουσης «λαού και ευγενών», με κοινό παρονομαστή τον αγώνα για κατάργηση των προνομίων, μία πορεία που εύκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οδηγούσε από το ρεμπελιό του δέκατου έβδομου στον ριζοσπαστισμό του δέκατου ένατου αιώνα. Το είδαμε, άλλωστε, να το δηλώνει προεξαγγελτικά η Μινώτου στην αρχή της μελέτης της. Η θέση αυτή έδειχνε ανάγλυφα τον τρόπο, τον μηχανισμό με τον οποίο το κοινωνικό στοιχείο συμπλεκόταν σταδιακά με το εθνικό, καθώς τα δύο συμφύρονταν στη μεγάλη στιγμή που μορφοποιούνταν το αίτημα για την ένωση.
Αν, σύμφωνα με τη θέση αυτή, ο ρόλος των ευγενών συνέχιζε στον δέκατο ένατο αιώνα να είναι υπονομευτικός για τις εθνικές δυνάμεις, η έννοια της ταξικότητας που περιέκλειε η ριζοσπαστική ιστοριογραφία, στην πορεία του αιώνα εκείνου αποκτούσε όλο και πιο εθνικά χαρακτηριστικά, μεταπηδώντας σε άλλου επιπέδου εννοιολογήσεις. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Λομβάρδος επιχείρησε να φτιάξει μία γενεαλογία των εθνικών αγώνων, οι οποίοι είναι μαζί και κοινωνικοί. Οι εννοιολογήσεις και η υπαλληλία των εννοιών εδώ είναι κρίσιμες: για το Λομβάρδο, και βεβαίως για τη Μινώτου, οι εθνικοί αγώνες είναι και κοινωνικοί, όχι το αντίστροφο. Σύμφωνος με τη ρομαντική ιστοριογραφία ο Λομβάρδος ακολουθούσε σαφώς τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, όταν εντόπιζε ως βασικό στοιχείο του λαού (του λαού, όχι των ευγενών!) την «ακατάσχετον ορμήν του εθνικού ημών πνεύματος προς την ισονομίαν και ισοπολιτείαν». Αυτό το στοιχείο, την «ισονομία», που ο Ζαμπέλιος ανήγαγε σε κρίσιμο στοιχείο της εθνικής αυτοσυνειδησίας των ελλήνων («ορμέμφυτος δύναμις»), ο Λομβάρδος το απέδιδε αποκλειστικά στον λαό, εξορίζοντας από τον εθνικό ορίζοντα τους ευγενείς. Κάποτε μάλιστα έγινε ακόμα πολύ πιο σκληρός, όταν περιέγραφε σε μία από τις πιο εύγλωττες και μαζί βίαιες σελίδες του τον βίο και την πολιτεία των ευγενών μετά τη βενετοκρατία, κατά την περίοδο της βρετανικής προστασίας δηλαδή.
Ιδού, λοιπόν, πώς αποτύπωνε ο Λομβάρδος την ουσία του ρεμπελιού:

Προκύπτει […] ότι έως από του 1600 είχε συστηματοποιηθή εις τας νήσους η πάλη μεταξύ ευγενών και λαού, τούτου μεν απαιτούντος ισότητα δικαιωμάτων, εκείνων δε επιμόνως αρνουμένων. […] Μ’ όλον τούτο η πάλη αύτη, καίτοι άγονος εξ ανάγκης κατά την διάρκειαν της Βενετοκρατίας, αργότερα εκαρποφόρησεν, αποτελεί δε ουχί την μικροτέραν των μαρτυριών περί της και εν αυταίς ταις εποχαίς της εθνικής συμφοράς και οδύνης ακατασχέτου ορμής του εθνικού ημών πνεύματος προς την ισονομία και ισοπολιτείαν.

Για την Μινώτου όλα τα παραπάνω ήταν αλήθεια. Θεώρησε ότι μετά τη λήξη των γεγονότων του ρεμπελιού, το χάσμα που άνοιξε ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν έκλεισε ποτέ. Μπορεί η Μινώτου να έπεφτε θύμα των βιβλιογραφικών κενών της εποχής της, όταν θεωρούσε ως επαναστάσεις τις «ταραχές» που έγιναν το 1640 και το 1642 στην Κέρκυρα (και όχι στη Ζάκυνθο), είναι όμως φανερή η στόχευσή της για την οργάνωση μίας ενιαίας αφήγησης του «επαναστατικού φαινομένου» στα νησιά, το οποίο θα κορυφωνόταν με τον ριζοσπαστισμό του δέκατου ένατου αιώνα: έτσι θα αποδείκνυε την τάση του λαού για «ισονομία» (ο όρος είναι του Λομβάρδου) και βεβαίως τον αναμφισβήτητο «εθνισμό» (ο όρος είναι του Χιώτη) των επτανησίων.
Αν στις δεκαετίες του 1860 και του 1870, όταν πρωτοδιατυπώθηκαν αυτού του τύπου οι ερμηνείες από τον Λομβάρδο, τον Γεώργιο Βερύκιο, τον Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο, τον Σπυρίδωνα Μαλάκη και άλλους Ριζοσπάστες, τον Βαλαωρίτη ( Ο Φωτεινός, 1879), αλλά και από εκτός Ιονίου έλληνες λογίους, όπως τον Κωνσταντίνο Σάθα και τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή, είχε διατυπωθεί ένας αντίλογος, τώρα πια, στον Μεσοπόλεμο, η δημοσίευση της Μινώτου επανέφερε το ζήτημα. Οι πληγές δεν είχαν ακόμα κλείσει και ούτε επρόκειτο να κλείσουν σύντομα, αφού το παρόν και το μέλλον είναι πάντα στη βάση του η ανάγνωση του παρελθόντος.
Η αυτόνομη έκδοση του Ρεμπελιού της Μινώτου στις δύο γλώσσες, παρά τον ενθουσιασμό της συγγραφέως και παρά την ομόλογη εικόνα που καλλιέργησε η κατοπινή βιβλιογραφία, προκάλεσε λίγες θετικές κρίσεις και δεν φαίνεται να είχε κάποιον ιδιαίτερο αντίκτυπο ούτε μέσα ούτε έξω από την Ελλάδα. Γνωρίζουμε τις θετικές, αλλά μάλλον τυπικές αναφορές του Ζώη στο περιοδικό του, τις Μούσες. Γνωρίζουμε επίσης τις δύο θετικές επιφυλλίδες που αφιέρωσε στην εργασία της ο Φώτος Πολίτης στην αθηναϊκή εφημερίδα Πρωία στις 30 Μαρτίου και στις 6 Απριλίου του 1934. Αλλά καμία άλλη μαρτυρία δεν διαθέτουμε. Η κριτική που δημοσιεύτηκε σε ιταλικό περιοδικό και κατόπιν σε μετάφραση στον ελληνικό τύπο, δεν γράφτηκε από ιταλό, αλλά από τον Γεώργιο Ζώρα, ο οποίος εμφανίστηκε ως μεταφραστής της (βλ. στη συνέχεια). Αλλά και η ίδια η Μινώτου, η οποία στις τελευταίες σελίδες κάθε τεύχους της Ιονίου Ανθολογίας κατέγραφε προσεκτικά τα δικά της δημοσιεύματα, τα δημοσιεύματα που αφορούσαν θέματα συναφή με εκείνα του περιοδικού, αλλά και όσες κρίσεις αφορούσαν το έργο της, δεν δίνει καμία άλλη πληροφορία για ολόκληρο το 1934, παρά μόνον όσες αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω.
Έναν χρόνο σχεδόν, πάντως, μετά την αυτόνομη έκδοση του Ρεμπελιού, στη Ζάκυνθο δεν φαίνεται να είχαν υπάρξει αντιδράσεις, καταγραμμένες τουλάχιστον. Δύσκολα βέβαια μπορούμε να πιστέψουμε ότι το κείμενο είχε μείνει άγνωστο και το πιθανότερο είναι ότι επρόκειτο για την επιλογή της σιωπής. Μία δημοσίευση, όμως, του Γεωργίου Ζώρα, στην τοπική εφημερίδα Πρόοδος («Ο ευρωπαϊκός τύπος δια την κ. Μαριέττα Μινώτου», εφ. Πρόοδος, Ζάκυνθος, έτ. Β΄, αρ. φ. 456, Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 1934, σ. 1, 3) αποτέλεσε την αφορμή για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Πρόκειται για την κριτική που σημειώσαμε λίγο πριν. Το κείμενο αυτό, θερμή συνηγορία της Μινώτου, είχε δημοσιευτεί στο ιταλικό περιοδικό L’Europa Orientale, αλλά ο Ζώρας δεν ανέφερε ούτε το τεύχος στο οποίο αυτό δημοσιεύτηκε ούτε ποιος ήταν ο συντάκτης του. Το κείμενο είχε πράγματι δημοσιευτεί στο ιταλικό περιοδικό, ο συντάκτης του όμως ήταν ο ίδιος, ο οποίος άλλωστε είχε τακτική συνεργασία με το έντυπο αυτό.
Στο δημοσίευμά του ο Ζώρας αναπαρήγαγε την προβληματική της Μινώτου, υιοθετώντας κατά γράμμα τη θέση της για την αφορμή της εξέγερσης. Αντίστοιχα, υιοθετούσε τη λογική της για το αδιάκοπο των κοινωνικών αγώνων, για τη θεώρηση της αντίθεσης ευγενών και λαού ως βασικό χαρακτηριστικό των αιώνων της βενετοκρατίας.
Στο δημοσίευμα του Ζώρα απάντησε λίγες μέρες μετά με ένα μακροσκελές και άκρως ενδιαφέρον κείμενο ο νομικός, τέκτονας και γνωστός λόγιος Διονύσιος Δάσης (1867-1949): «Η κριτική του κ. Ζώρα επί της προσφάτως δημοσιευθείσης πραγματείας της κ. Μ. Μινώτου», εφ. Πρόοδος, έτ. Β΄, αρ. φ. 463, Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 1934, σ. 1. Αυτός, όπως αναφέρει κατ’ επανάληψη, δεν εγνώριζε το κείμενο της Μινώτου και για τούτο απαντά στον Ζώρα, το δημοσίευμα του οποίου, το σημειώσαμε, αποτελούσε μία επιτομή της δικής της θέσης. Το ενδιαφέρον στο κείμενο του Δάση δεν είναι τόσο η απολογητική στάση και η διαφωνία του με τη Μινώτου, αλλά η μέθοδος που χρησιμοποίησε για να τεκμηριώσει τη συλλογιστική του. Μία προσεκτική ανάγνωση του κειμένου αποδείχνει ότι ο Δάσης ακολουθεί βήμα προς βήμα την παλαιότερη θέση του Ερμάννου Λούντζη (1856), κάποτε μάλιστα χρησιμοποιώντας τις ίδιες ακριβώς εκφράσεις, για το πώς πρέπει να μελετάται και να κρίνεται ιστορικά η βενετοκρατία και ό,τι την αφορά: άρα και η ιστορική παρουσία, η νοοτροπία και ο ρόλος των ευγενών.
Ο Δάσης, λοιπόν, στο θεωρητικό επίπεδο θα αντιτείνει ορθά ότι η Βενετία θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα μεσαιωνικής δομής κράτος (η Βενετία «υπήρξεν Κράτος αυτόχρημα μεσαιωνικόν»), ότι θα πρέπει να συγκριθεί με ό,τι συνέβαινε και με ό,τι ίσχυε ως ηθικός και πολιτικός κανόνας στην εποχή της («όπως κατά την παναρχαίαν εποχήν εν τε τη Ελλάδι και τη Ρώμη, ούτω και κατά τον Μεσαίωνα εν τη Εσπερία Ευρώπη ίσχυε το πολίτευμα “ο πολίτης δια την πολιτείαν” και ουχί “η πολιτεία δια τον πολίτην” όπως σήμερον. Ούτω την ατομικότητα του πολίτου εξεμηδένιζε το συμφέρον και ο σκοπός της διατηρήσεως της Πολιτείας») και όχι με όσα μάθαμε να θεωρούμε ως αυτονόητα ή επιθυμητά μετά από τη Γαλλική επανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και αφού αναφερθεί στα οφέλη που αποκόμισε από τη Βενετία το Ιόνιο (προστασία της θρησκείας, πνευματική καλλιέργεια κ.λπ.), θα αποτιμήσει τον ρόλο των ευγενών και βεβαίως το δίκαιο ή όχι της εξέγερσης των ποπολάρων:

Η κ. Μινώτου (κατά τον κ. Ζώραν πάντοτε) κακίζει την Ενετίαν δια την κοινωνικήν των τάξεων διάκρισιν και τα προνόμια. Αλλ’ η τοιαύτη διάκρισις και τα προνόμια απετέλουν κατά την εν λόγω εποχήν το κυριώτερον των διακριτικών γνωρισμάτων, των εν ισχύει πολιτευμάτων. Επίσης ο αμερολήπτως κρίνων την δράσιν των ευγενών εν Επτανήσω, κατά την εποχήν εκείνην, θα ίδη ότι δεν υπήρξεν επίμεπτος, όπως η κ. Μινώτου ισχυρίζεται. Εξ εναντίας, κατά τας κρισίμους στιγμάς των αγώνων της γαληνοτάτης Πολιτείας κατά της Τουρκικής θαλασσοκρατορίας, οι ευγενείς συνέδραμον ταύτην εξοπλίζοντες ιδίαις δαπάναις ιδίας γαλέρας και παρά το πλευρόν της κατά των Τούρκων αγωνιζόμενοι. Δια τούτο η Ενετία, απομιμουμένη τα εν τη λοιπή Ευρώπη τελούμενα, τους ήμειβε δι’ απονομής τίτλων και παραχωρήσεως τιμαρίων. Δια τούτο και οι ούτω αμειβόμενοι, εδικαίουν βραδύτερον την εν τη Πολιτεία προνομιούχον θέσιν των δια νέων αγώνων υπέρ των ατυχούντων συμπολιτών των. Ευαγείς οίκοι, οία τα Νοσοκομεία και Γηροκομεία. Ενεχυροδανειστήρια, Φόντεγα. Λοιμοκαθαρτήρια, ταμείον εξαγοράς αιχμαλώτων, πλούσια υπέρ των ατυχούντων κληροδοτήματα καταλειπόμενα εκάστοτε δια διαθήκης παρά των ευγενών, πάντα ταύτα ήσαν έργα κοινωνικής προνοίας ασκουμένης παρά των ευγενών, εν πλήρει συναισθήσει της αποστολής των. Ουδέν, λοιπόν, το ψεκτόν διαβλέπομεν, βαρύνον τους ευγενείς και την Ενετίαν, ουδέ δυνάμεθα μεταβάλλοντες τον ψύλλον εις Πήγασον να χαρακτηρίσωμεν τας σπανίας και ευχερώς, δια το ήκιστα σοβαρόν αυτών καταβαλλομένας εκάστοτε εξεγέρσεις, ως σκηνάς τρομερών ανταγωνισμών και τρομοκρατικών γεγονότων. Τοιαύτα γεγονότα καταλογιστέα εις άλλας επικρατείας, εν αις, εξέσπασαν ταύτα, ως εν Γαλλία εις αιματηράς επαναστάσεις.
Αλλά και η αιτία του παρά της κ. Μινώτου ιστορουμένου ρεμπελιού των ποπολάρων δεν φαίνεται ποσώς αποχρώσα δια να μην στρατευθώσιν άπαξ κατά των πειρατών αφ’ ου οι ευγενείς συχνάκις στρατευόμενοι εμάχοντο κατά των Τούρκων; Οι πειραταί, άλλωστε, ελήιζον την ύπαιθρον χώραν την οποίαν ώκουν κατά το πλείστον οι ποπολάροι και επρόκειτο κυρίως περί αμύνης των ιδίων των Εστιών.

Αναζητώντας, όπως οφείλουμε, την πορεία των εννοιών και τις μεταμορφώσεις τους, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Δάσης κάνει μία απολύτως εργαλειακή χρήση της μεθόδου του Λούντζη, κάτι που ο ίδιος ο φιλόσοφος ιστορικός ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του. Ενώ δηλαδή σωστά επισημαίνει την ανάγκη κατανόησης του ιστορικού πλαισίου, των ιστορικών δηλαδή συντεταγμένων για την ορθή αποτίμηση των φαινομένων, αμέσως δραπετεύει από την πραγματικότητα, περιχαρακωνόμενος σε μία απολογητική ρητορική. Εκείνο που αρνούνταν να αντικρίσει ο Δάσης, και που δεν έκανε καθόλου ο Λούντζης, ήταν το πώς αποτυπώνονταν πραγματικά όλα εκείνα που θεωρητικά παρουσιάζονταν ως πραγματικότητες. Στη μελέτη της βενετοκρατίας, κάποτε ακόμα και σήμερα, τούτη η απόσταση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής, μεταξύ μύθου και πραγματικότητας εντέλει, δύσκολα καλύπτεται. Πάντως, η Μινώτου στην απάντησή της, η οποία δημοσιεύτηκε λίγες μέρες μετά, το επεσήμαινε:

[…] το Ρεμπελιό των Ποπολάρων πραγματεύεται ένα ορισμένο ιστορικό γεγονός αναμφισβήτητο, […] η ιστορία δεν επινοείται, μήτε γράφεται στο πόδι αλλά έχει τις πηγές της! […] Κανείς δεν σύγκρινε τη Βενετιά με τ’ άλλα κράτη της εποχής της. Κανείς δεν της αμφισβήτησε τον πολιτισμό της και τη μεγάλη της πολιτική πείρα, αλλ’ οπωσδήποτε υπήρξεν ακριβώς όπως στο βιβλίο την απεικονίζω. […] Εν τω μεταξύ μπορούμε και πάλι να βεβαιώσουμε τον κ. Δάση πως η πρόθεσή μας δεν ήταν να βρίσουμε τη Βενετιά.

Και αφού αναφερθεί τιμητικά στον Ζώη, που της εμπιστεύθηκε τα έγγραφα, προσκαλώντας τον έμμεσα να λάβει μέρος στον δημόσιο διάλογο, ευελπιστώντας προφανώς σε υποστήριξή του, κατέληγε:

Ας μη θυμώνει λοιπόν και μας στερεί τη φιλία του ο παλαιός μας φίλος. Σ’ ένα μονάχα αμφιταλαντευόμαστε: Μήπως το Ρεμπελιό των Ποπολάρων όσο και το Δράμα του Υψόλιθου ήταν μια φαντασία!… Μήπως το αθώο λαϊκό αίμα που έρευσε πολλές φορές κι οι ανεκδιήγητες τυραννίες των λιμπορντοριστών είναι ένας μύθος!!…

Η Μινώτου με θάρρος και με χιούμορ επέμεινε στην αλήθεια του επιχειρήματός της, το οποίο εδραζόταν όχι μόνο στις –έστω, ελάχιστες- τεκμηριωμένες μαρτυρίες, αλλά και στη ζώσα μνήμη του τόπου. Αλλά, ο «παλαιός της φίλος» εβίωνε τη συζήτηση ως τέτοια που ήταν! Ως μία κρίσιμη υπαρξιακή διαδικασία για τη μνήμη του τόπου την ταυτισμένη με τη μνήμη της τάξης του˙ ή καλύτερα: ιδωμένη μέσα από τη μνήμη της τάξης του. Είχαν περάσει εκατόν τριάντα εφτά χρόνια από την πτώση της Βενετίας και εβδομήντα χρόνια από την Ένωση, αλλά η ανάγνωση του παρελθόντος ήταν ακόμα ζήτημα ανοιχτό. Οι παλαιοί εχθροί ήταν ξανά εκεί και μιλούσαν τώρα μέσα από το στόμα των νέων. Τη μνήμη βέβαια τη δημιουργούν πάντα εκείνοι που έχουν το μονοπώλιο του λόγου, αλλά τώρα πια αυτό το μονοπώλιο είχε σπάσει. Οι απολογητές του παρελθόντος μπορούσαν να κατηγορούν όσους αντιμετώπιζαν κριτικά το μυθοποιημένο παρελθόν για άγνοια και ασέβεια, αλλά το μονοπώλιο είχε σπάσει. Η κατακλείδα του δεύτερου απαντητικού σημειώματος του Δάση, δημοσιευμένου λίγες μέρες μετά, ήταν αποκαλυπτική. Στο σημείωμα εκείνο επικαλείται, και το επισημαίνει αυτό, όχι βενετούς ή συμπαθούντες τη Βενετία μάρτυρες, αλλά τον Παναγιώτη Χιώτη, «διότι ο Π. Χιώτης και έλλην ήτο και ανήκεν ουχί εις την τάξιν των ευγενών αλλά των ποπολάρων, υπ’ αμφοτέρας δε τας ιδιότητάς του, φυσικόν είναι να εξετάζη τα της Ενετίας εν σχέσει προς παν ελληνικόν μετ’ ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος». Κι έτσι, αφού αναφερθεί εκτενέστερα στη συμβολή της Βενετίας στον πολιτισμό όχι μόνο του Ιονίου, αλλά και των υπόλοιπων ελλήνων, αφού αναφερθεί ξανά με τη γνωστή επιχειρηματολογία για την ιστορία των ευγενών, για τη συμβολή τους στα κοινωνικά έργα και στην εκπαίδευση των φτωχών ποπολάρων επί βενετοκρατίας, θα συμπεράνει:

Παρατηρούμεν, εν τέλει, ότι απλοί χρονογράφοι, εκθέτοντες γυμνά και ασύνδετα προς τας συντρεχούσας περιπτώσεις γεγονότα και ιστορικοί αποσκοπούντες εις ίδια πολιτικά συμφέροντα, διακόψαντες μάλιστα την κατά τεύχη εκδιδομένη ιστορίαν των ευθύς ως επετεύχθη ο δι’ ον εγράφετο αύτη σκοπός επ’ ουδενί λόγω θα ηδύνατο να χρησιμοποιηθώσιν ως σοβαραί πηγαί παρα σοβαρού ιστορικού διφήτορος.

Ποιοι είναι οι «χρονογράφοι» που αφηγούνται ασύνδετα τα γεγονότα και ποιοι είναι εκείνοι που γράφουν την ιστορία «αποσκοπούντες εις ίδια πολιτικά συμφέροντα»; Αν για την πρώτη κατηγορία αμφιταλαντευόμαστε αν πρέπει να εννοήσουμε τον Χιώτη, ο οποίος πράγματι εδημοσίευσε το κείμενο του Σουμάκη δίχως ανάλυση ή άλλη τεκμηρίωση, ή τη Μινώτου, η οποία επανέφερε με ιδιαίτερη δυναμική και οξύτητα το πρόβλημα, για τη δεύτερη κατηγορία δεν έχουμε καμία αμφιβολία. Τα βέλη στρέφονταν κατά του Λομβάρδου: αυτός εκυκλοφόρησε την ιστορία του σε τεύχη, αυτός δεν την ολοκλήρωσε, αυτός κατηγορήθηκε από τους απολογητές της βενετοκρατίας ότι υπέτασσε την ιστορία σε πολιτικούς σκοπούς, αυτός ήταν φίλος του Κωνσταντίνου Σάθα, ο οποίος το 1867 είχε ξιφουλκήσει κατά του «αρχοντολογίου» της Ζακύνθου, τασσόμενος υπέρ του Λομβάρδου και προμηθεύοντάς τον με ιδέες που εκείνος κατόπιν αξιοποίησε ιστοριογραφικά. Αυτός, όμως, πάνω απ’ όλα, είχε θέσει τις βάσεις για μια «κοινωνική ερμηνεία» της ιστορίας του Ιονίου, η οποία τώρα επανερχόταν απρόσμενα εμπλουτισμένη και εκσυγχρονισμένη μέσα από τα δημοσιεύματα της ενοχλητικής Μινώτου.
Παλαιοί και νέοι εχθροί… Για το Ιόνιο, η ανάγνωση του παρελθόντος ήταν και παρέμεινε ένα ακανθώδες ζήτημα, πολύ διαφορετικό και πιο δύσκολο από ό,τι στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Η μυθοποίηση του βενετικού παρελθόντος των νησιών μονάχα με τη μυθοποίηση –και την ιδεολογική χρήση– του αρχαιοελληνικού παρελθόντος από τους υπόλοιπους έλληνες θα μπορούσε να συγκριθεί.

Τελειώνοντας, ας σημειώσουμε μία ακόμα πτυχή αυτού του ζητήματος. Στα ίδια ακριβώς εκείνα χρόνια που έγινε η συζήτηση, την οποία σε γενικές γραμμές παρουσιάσαμε, ο ιταλικός φασισμός ενέτεινε την προπαγάνδα του για το νέο Imperium, αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση και εντός του Ιονίου για το «βενετικό χρόνο» των νησιών και επιδιώκοντας μια νέα ανάγνωση, μια νέου τύπου «εγκόλπωση» του παρελθόντος. Ακόμα περισσότερο, έξι μόλις χρόνια μετά, η ιταλική κατοχή των νησιών απελευθέρωνε καινούργιες δυναμικές, ρίχνοντας τα ζητήματα αυτά κυριολεκτικά στους δρόμους. Το παρελθόν ήταν ξανά μπροστά στα μάτια των ανθρώπων και οι παλαιοί σκελετοί έβγαιναν άλλη μια φορά από τα ντουλάπια της ιστορίας… Ιδού μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σελίδα της ιστορίας που μένει να γραφτεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: