«ΕΞΟΡΙΣΤΕ ΠΟΙΗΤΗ, ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΣΟΥ, ΛΕΓΕ,ΤΙ ΒΛΕΠΕΙΣ»


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ
ΖΑΚΥΝΘΟΣ, ΛΟΦΟΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΝΗ
ΚΥΡΙΑΚΗ, 26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2012

ΟΥΓΚΟ ΦΟΣΚΟΛΟ: ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από το 1793, που ο έφηβος Ούγκο Φόσκολο εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1827, που τέλειωσε τη ζωή του, σαράντα εννιά χρονών, στις φτωχικές γειτονιές του μακρινού Λονδίνου, δεν ξαναείδε ποτέ το νησί του. Νοστάλγησε τον τόπο που γεννήθηκε, ονειρεύτηκε τη γαλήνη του μικρού επίγειου παράδεισου, όμως άλλα του έταξε ο δικός του θεός: Πέρασε τη ζωή του κάτω από άλλους ουρανούς, πάτησε άλλα χώματα, μίλησε και έγραψε άλλες γλώσσες, διάβασε άλλα βιβλία, πολέμησε άλλους εχθρούς, διάλεξε άλλη πατρίδα… Συμμερίστηκε πολλές αγωνίες και παρακολούθησε πολλά βήματα του ελληνικού κόσμου, κάποτε όρθωσε τη φωνή του για τα δίκαια των νησιών του Ιονίου και για την τραγωδία της Πάργας, συναπαντήθηκε με σημαντικούς και λιγότερο σημαντικούς έλληνες, αλλά ο κόσμος του δεν ήταν ο ελληνικός: δεν έγραψε ούτε έναν στίχο στα ελληνικά.

Η ζωή του ήταν γεμάτη από ποίηση, θεατρική δημιουργία, δοκίμιο, κριτική και ιστορία της φιλολογίας˙ από ακαδημαϊκά μαθήματα, δημόσιες παρεμβάσεις και σκληρές συγκρούσεις˙ από στρατιωτική και πολιτική δράση. Η ζωή του δεν ήταν η ζωή ενός παραδοσιακού ανθρώπου των γραμμάτων, ενός παραδοσιακού ποιητή: προτού να γίνει άγαλμα στα χέρια των μελετητών και άγιος στις συνειδήσεις των οπαδών του, προτού οι οξείες γωνίες της προσωπικότητάς του να λειανθούν για τις ανάγκες των σχολικών αναγνωστικών, υπήρξε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα του καιρού του. Πολέμησε και πολεμήθηκε, εξορίστηκε από τη χώρα που θέλησε για πατρίδα του, περιπλανήθηκε στην Ευρώπη, φυλακίστηκε˙ πέθανε φτωχός και μόνος.

Ένα μήνα μετά από τον θάνατό του, τον Οκτώβρη του 1827, τότε που η ελληνική επανάσταση κρινόταν στον κόλπο του Ναβαρίνου, ο τόπος που τον γέννησε θέλησε να τον τιμήσει με ένα μνημόσυνο στην εκκλησία του αγίου Μάρκου. Στη μέση της εκκλησίας είχε τοποθετηθεί ένα φέρετρο αδειανό και πάνω σ’ αυτό ένα κλαδί δάφνης. Πολύ θα θέλαμε να ξέρουμε ποιοι ήταν εκείνοι οι ζακυνθινοί που συγκεντρώθηκαν για να τιμήσουν τον ποιητή˙ δεν το ξέρουμε, ξέρουμε όμως ποιος μίλησε για τον νεκρό: ήταν ένας συντοπίτης του, ένα από τα μεγαλύτερα πνεύματα που γέννησε η Ευρώπη εκείνης της εποχής, ένας ποιητής πολύ διαφορετικός από κείνον: ο εικοσιεννιάχρονος Διονύσιος Σολωμός. Τα λόγια που είπε εμείς τα ξέρουμε ως Εγκώμιο στον Ούγκο Φόσκολο: αυτό το κείμενο ο ιταλός φιλόλογος Bruno Lavagnini το χαρακτήρισε, και όχι τελείως άδικα, ως την πρώτη βιογραφία του Ούγκο Φόσκολο.

Για τη σημερινή μας ανάγκη θα κλέψω μονάχα κάτι από το κλείσιμο του Εγκωμίου, εκεί όπου ο Σολωμός βάζει τον Φόσκολο να συμπυκνώνει τη ζωή του, θυμίζοντας σε μας σήμερα πια, τη στυφή αυτοερώτηση του Οδυσσέα Ελύτη: «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις». Τι είδε, λοιπόν, ο Φόσκολο στις μέρες του;

«Είδα να χτυπιούνται συμφέροντα, ιδέες και σπαθιά, κι αυτό να μη σταματά ούτε στιγμή, και τους νόμους ν’ αντιμάχωνται τα εγωιστικά συμφέροντα, και τα εγωιστικά συμφέροντα ν’ αντιμάχωνται τους νόμους, και την αυθαιρεσία των νόμων να γεννά την τυραννία, και την αυθαιρεσία της γνώμης την ασυδοσία […]. Είδα την τρέλα να παίρνη τη μορφή της φρονιμάδας στα σπίτια μέσα, στους δρόμους, στις αγορές, στα πανεπιστήμια, στα παλάτια, στις καλύβες, […] Είδα τα γράμματα (τ’ αγιασμένα γράμματα) να μην καταφέρνουν τίποτ’ άλλο στους περισσότερους παρά ν’ αλλάζουν αντικείμενο στα πάθη τους, και ωστόσο να τα θρέφουν οι λόγιοι με μικρολογίες, με αγυρτείες και με τις αιώνιες έχθρητες. Και παντού μια ταραχή, ένα στρίμωγμα, μια φασαρία, ένα κακό, μια φαγωμάρα που σαστίζουν το μυαλό οποιανού κάθεται και τα συλλογίζεται».

Κι αυτή ήταν περίπου η ζωή του… Όταν γεννήθηκε, στα 1778, στο Ιόνιο κυριαρχούσαν ακόμα οι Βενετοί˙ ήτανε έντεκα χρονών όταν ξέσπασε η Γαλλική επανάσταση και δεκαοχτώ όταν η στρατιά του Ναπολέοντα έφτασε στην Ιταλία, γεμάτη υποσχέσεις για αυτοδιάθεση και ελευθερία των εθνών. Ο Ναπολέων γκρέμισε τις ανίσχυρες εξουσίες και δημιούργησε τις πρώτες δημοκρατίες: πυροδότησε το όνειρο της ιταλικής Παλιγγενεσίας. Οι ιταλοί ήλπισαν ότι ήρθε ο καιρός της ελευθερίας, ο καιρός της αποτίναξης των ξένων ζυγών και της εθνικής κυριαρχίας. Όταν η στρατιά του Ναπολέοντα γκρέμισε τον Δόγη και την αριστοκρατία της Βενετίας και των νησιών μας, ας μην το ξεχνάμε, ο Φόσκολο ήτανε κιόλας ένας Γιακωβίνος. Πίστευε στην ελευθερία, στην αρετή, στη repubblica˙ πίστευε στο Δέντρο της Ελευθερίας, στη ρίζα του οποίου κάηκαν τα σύμβολα μιας υπεραιωνόβιας αριστοκρατίας.
Το 1789 ήτανε μία κοσμογονία και το όνειρο των ελεύθερων εθνών έμοιαζε ιστορική επιταγή. Οι γαλλικές ιδέες χώρισαν την ιστορία στα δύο: οι ιδέες που γέννησε η Γαλλική επανάσταση αποτέλεσαν τον θεμέλιο λίθο της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι ιταλοί μελετητές λένε ότι εκείνα τα χρόνια ήτανε για την Ιταλία η εποχή της ανάδυσης του «πολιτικού πάθους»: η πολιτική κατέβαινε από τους θρόνους, έβγαινε από τα μυστικοσυμβούλια των βασιλιάδων, ανοιγόταν στην κοινωνία και με το νέο της περιεχόμενο κατακτούσε τις καρδιές και το μυαλό των ανθρώπων, φωτίζοντας με ένα νέο φως ολόκληρη την ύπαρξή τους. Να, λοιπόν, τι έβλεπε ο Φόσκολο στα χρόνια του. Έβλεπε να σκιρτούν οι άνθρωποι και οι τόποι˙ έβλεπε τις πατρίδες να θέλουν να γίνουν πατρίδες ελεύθερες˙ έβλεπε τον άνθρωπο να θέλει να γίνει πολίτης˙ την αρετή και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου να ανεβαίνουν ψηλά στην πυραμίδα των αξιών. Η ελευθερία ήθελε τώρα να γίνει η νέα θεά του κόσμου: μας το είπε ο Ντελακρουά, μας το είπε και ο Σολωμός.

Μέσα σε αυτές τις οριακές συνθήκες οι ρόλοι έπρεπε να αλλάξουν, οι νοοτροπίες έπρεπε να αλλάξουν. Ο άνθρωπος, ο λόγος, η ποίηση, ο στοχασμός τώρα έπρεπε να αλλάξουν: όλα έπρεπε να αλλάξουν. Εμείς θα μείνουμε στον χώρο της ποίησης. Η περίτεχνη και ανέμελη αρκαδική ποίηση, η αυλική ποίηση που εγκωμίαζε τις δόξες και τα κατορθώματα των ηγεμόνων και των αξιωματούχων, η πομπώδης, γεμάτη μυθολογικά μοτίβα ποίηση των Ακαδημιών της Ιταλίας, η θρησκευτική ποίηση, ο παγωμένος κλασικισμός – όλα έπρεπε να ξεπεραστούν. Και μαζί να ξεπεραστούν οι ποιητές και οι λόγιοι που, δεμένοι σε ρόλους παραδοσιακούς, κινούνταν στον αστερισμό της πολιτικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας.

Ο Φόσκολο προσωποποιεί με τον καλύτερο τρόπο την αλλαγή, τη μετάβαση. Όμως, μετάβαση προς τα πού; Ποιο είναι το ποιοτικό άλμα, ποια είναι η ποιοτική διαφοροποίηση; Είναι το πέρασμα από τον παραδοσιακό λόγιο, τον κλεισμένο στους κύκλους των Ακαδημιών, τον δεμένο στην πολιτική και την εκκλησιαστική εξουσία, στον μαχητικό λόγιο, στον τύπο του διανοούμενου. Βρισκόμαστε σε μια οριακή στιγμή της ευρωπαϊκής ιστορίας, καθώς ο άνθρωπος αποδεσμευόταν βασανιστικά από τον δογματικό, τον εσωστρεφή και αυτοαναφορικό λόγο της αυθεντίας του θεού και της εγκόσμιας εικόνας του, του Ηγεμόνα. Ο Φόσκολο δεν ήταν ο μόνος, ήταν όμως οπωσδήποτε ο σπουδαιότερος εκφραστής αυτής της αλλαγής: όχι πια ο ποιητής-τζιτζίκι, αλλά ο ποιητής-μύστης του λαού του. Ιδού τα λόγια του: «Από την πρώτη μέρα που άρχισα να γράφω δεν έγραψα ούτε μια γραμμή που να μην είναι στην υπηρεσία της πατρίδας».
Πατρίδα, ελευθερία, αρετή, πολιτικό πάθος, νέα πολιτική ηθική: να ποιες ήταν οι ορίζουσες της σκέψης του. Και είναι αυτές που δημιουργούν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο η ποίησή του συμπλέκεται με την πολιτική.

Ας κάμουμε όμως την απαραίτητη διευκρίνιση: δεν πρόκειται για κείνο που στις μέρες μας ονομάστηκε «στρατευμένη τέχνη»˙ όχι. Ο Φόσκολο δεν υπήρξε ούτε δημοσιογράφος της ποίησης ούτε επικαιρικός ποιητής ούτε στιχοπλόκος των εύκολων ύμνων˙ κάθε άλλο. Η άμεση εμπλοκή του με την πολιτική δράση, η στράτευσή του στον ιταλικό εθνικό αγώνα αποτέλεσαν μία μονάχα εκδοχή της πολιτικής του υπόστασης, απαραίτητη ίσως για τον ποιητικό του λόγο. Σ’ αυτό το σημείο σκόνταψαν συχνά και σκοντάφτουν ακόμα και σήμερα κάποτε οι εχθροί και οι φίλοι του. Εμείς όμως, για να μην σκοντάψουμε, θα πρέπει να προσέξουμε. Να προσέξουμε τι; Την ουσία της πολιτικής του σκέψης.

Η πολιτική δράση, η μαχητικότητα και η επαναστατικότητά του, δεν έχουν πίσω τους κανέναν ρομαντισμό, καμία απλοϊκότητα, καμία αφέλεια. Το αντίθετο: έχουν πίσω τους μία πολιτική φιλοσοφία, που ξαφνιάζει όσους ζητούν τα εύκολα σχήματα. Και ποια είναι αυτή; Είναι μια φιλοσοφία που βλέπει τον κόσμο και την ιστορία ως το πεδίο σύγκρουσης εξουσιών, παθών και συμφερόντων. Μακριά από ρομαντικές θεωρίες τύπου Ρουσσώ, μακριά από θεούς και μεταφυσική, η πολιτική του φιλοσοφία αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος δημιουργείται μέσα στην κοινωνία, μαζί με τον αγώνα του για δικαιοσύνη και πολιτική ηθική. Ας το πούμε με άλλα λόγια: Για τον Φόσκολο, το στοίχημα του ανθρώπου είναι η δημιουργία του εαυτού του – κι αυτή είναι και η ευθύνη του. Αν μόλις αγγίξαμε την ουσία της φιλοσοφίας του, τώρα ας μην παραλείψουμε να πούμε ότι αυτή η φιλοσοφία είναι μια τραγική φιλοσοφία, που όταν δοκιμάζεται μέσα στην ιστορία συνήθως τη λέμε πεσιμιστική: ο Φόσκολο ήταν ένας μελαγχολικός άνθρωπος.

Αυτή η έννοια της πολιτικής είναι ο δρόμος για να κατανοήσουμε τον πυρήνα του ποιητικού αριστουργήματος των Τάφων, αυτή είναι που μας βοηθάει να καταλάβουμε γιατί οι Τελευταίες επιστολές του Γιάκοπο Όρτις διαφέρουν τόσο πολύ από τον Βέρθερο του Γκαίτε και μας πείθει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα κορυφαία κείμενα του ευρωπαϊκού δέκατου ένατου αιώνα. Αλλά αυτή είναι επίσης απαραίτητη για να καταλάβουμε τη βίωση της τραγικότητας, την απομόνωση, τη σιωπή που συνόδεψε τα ύστερα χρόνια της ζωής του, εκείνα της εξορίας: η συνάντηση των ιδεών του με την ανθρώπινη πραγματικότητα τον έκανε να καταλάβει ότι, καταπώς είπε ο δικός μας Σεφέρης, ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο.

Ο Φόσκολο ήταν από κείνους που ζουν την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο, από κείνους που νιώθουν στο μυαλό και στην ψυχή τους να συναιρείται το πριν και το μετά της ιστορίας. Αλλά, κοινή η μοίρα όσων ακολουθούν αυτόν τον δρόμο – και ο Φόσκολο δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Το πάθος της πολιτικής, το πάθος της δικαιοσύνης δεν μπορούσε παρά να μεγεθύνει στα μάτια του και τα προτερήματα και τις αδυναμίες των ανθρώπων – άλλη αρρώστια των διανοουμένων αυτή. Υπήρξε απόλυτος, κάποτε άδικος, συγκρούστηκε, πολεμήθηκε, υβρίστηκε, και κείνος ύψωσε τον καταγγελτικό του λόγο σε έναν φιλιππικό που τον ονόμασε Υπερκάλυψη: το κείμενο που εκσφενδόνισε το 1816 ενάντια στη μικρότητα των αργυρώνητων λογίων της Ιταλίας, όταν πια η πτώση του Ναπολέοντα είχε γκρεμίσει τα εθνικά όνειρα των Ιταλών, η Παλινόρθωση σκίαζε την Ευρώπη και κείνος, σαν τον Δάντη, έτρωγε το ψωμί της εξορίας.

Είπαμε: ο Φόσκολο ήταν ένα μελαγχολικός άνθρωπος. Πάμε λίγο παρακάτω: ο Φόσκολο ήταν ένας άνθρωπος που ζήτησε πολλά από τους ανθρώπους και από την ποίηση. Ηττήθηκε και στα δύο, όπως ηττήθηκαν με το δικό τους τρόπο, κάτω από το βάρος της δικής τους ευθύνης, και ο Σολωμός και ο Κάλβος. Η εμπειρία της πρώτης φάσης της ιταλικής επανάστασης έκλεισε με την ήττα των εθνικών αγώνων και ο Φόσκολο πήρε τον δρόμο της εξορίας: αυτή είναι η πρώτη ήττα. Το μεγάλο ποιητικό του όνειρο, τις Χάριτες, δεν θα τις ολοκληρώσει, θα μας τις αφήσει σπαράγματα: αυτή είναι η δεύτερη ήττα. Η μεγάλη ψυχή του Φόσκολο βάδισε σε τούτο τον κόσμο τα βήματα της ήττας. Ψυχές μεγάλες, ψυχές τιτάνιες σαν του Φόσκολο, θα είναι για πάντα αναπόφευκτα ξένες στην ανθρώπινη ιστορία. Και όμως: όπως μας έμαθε ο Ντοστογιέφσκι, ο θεός δεν αγαπάει τις χλιαρές ψυχές.

Αυτή η πολιτική φιλοσοφία, αυτή η τραγική πάλη με την πραγματικότητα φώτισαν τις μέρες κι έδωσαν νόημα στο έργο του. Εκεί, στις μέρες της εξορίας, μετά την ήττα του ιταλικού αγώνα, τον έπεισαν ότι το όνειρο της επανάστασης θα μείνει για πάντα όνειρο˙ τον έπεισαν ότι ο άνθρωπος γεννιέται αργά κι ότι η γέννα κρατάει πολύ˙ τον έπεισαν ότι η έκρηξη της επανάστασης δεν μπορεί να ανοίξει τον δρόμο του μέλλοντος. Κι έτσι, ο Φόσκολο αφέθηκε να πιστέψει στη λύση της συνταγματικής μοναρχίας. Μας ξαφνιάζει αυτό; Δεν πρέπει, όπως δεν πρέπει να μας ξαφνιάσει ότι την ίδια ακριβώς επιλογή έκαμε και ο Ανδρέας Κάλβος και πάρα πολλοί ακόμα επαναστάτες του καιρού τους. Ας μη βιαστούμε να μιλήσουμε εύκολα για συντηρητικοποίηση και για ιδεολογική υποχώρηση, όπως έκαμαν και τότε και αργότερα οι επικριτές του.
Έτσι κι αλλιώς, θες η έχθρα των εχθρών, θες η σοφία της πράξης, όσο η ζωή του έγερνε στο τέλος της τόσο οι μέρες του σταλάζανε αργά στον απέραντο ωκεανό της σιωπής. Ο ίδιος αποτύπωσε αυτό το καταστάλαγμα της πείρας σε δύο αυτοβιογραφικά έργα του, σε δύο αυτοπροσωπογραφίες ας τις πούμε, που εμείς ακόμα δεν τις έχουμε στη γλώσσα μας: στην «Είδηση για τον Δίδυμο Κληρικό» και στην Απολογητική επιστολή.

Για την ώρα, και για να κλείσουμε τούτη την περιπλάνηση, ας γυρέψουμε πάλι τη βοήθεια των λόγων του Διονυσίου Σολωμού, για μας εικονογραφήσει εκείνος αυτά που μόλις ειπώθηκαν – και αν σκεφτεί κανείς ότι εδώ ο Σολωμός δεν μιλάει μόνο για τον Φόσκολο, παρά και για τον εαυτό του δεν μου φαίνεται πως θα κάνει λάθος:

«Μα ωστόσο με το χαρακτήρα του και με τα ορμητικά του πάθη, τόσο μακριά όλα τους από τους πατημένους δρόμους, δε στάθηκε ευτυχισμένος […]. Γιατί ούτε η ευχαρίστηση που νιώθουν εκείνοι [που] δημιουργούν τα αριστουργήματα της τέχνης, ούτε κι η άλλη από τον έπαινο των ξένων [δεν] μπορεί να ονομαστή ευτυχία˙ αυτή εδώ φαίνεται πως στέκεται το πιο πολύ σε κάποιον μετριασμό των συναισθημάτων, όσο γίνεται συνεχή. Κι έτσι η ανθρώπινη αδυναμία εμποδίζεται να χαρή το μοιράδι της ευτυχίας που μπορεί να έχη εδώ κάτω, εμποδίζεται, λέω, από τις ίδιες ίσια ίσια ιδιότητες που την κάνουν να παρουσιάζεται θαυμαστή και αξιοζήλευτη. Έλεγε εκείνος πως ήθελε να ζητήση την ησυχία σε τούτο το νησάκι που το αγάπησε πάντα˙ κι αν είχε αλήθεια έρθει, κι είχε μπει εδώ μέσα όπου βρισκόμαστε, θα μπορούσε κανείς να θυμηθή τον Δάντη, που μπήκε σε κείνη την εκκλησιά της πατρίδας του κουρασμένος κι από τις κακοτυχίες κι από τις τιμές κι από τη ζωή˙ κι όταν τόνε ρώτησε ο ταπεινός εκείνος καλογεράκος τι ήθελε, στύλωσε τα μάτια πάνω στις εικόνες των αγίων και του αποκρίθηκε: ησυχία».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s