» Ζάκυνθος Αύγουστος του 1953. Η εικόνα της πόλης άλλαξε άρδην, σε μια στιγμή» – ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΔΟΜΗΜΕΝΟΣ ΧΩΡΟΣ – ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑΣ – Του Δημήτρη Αρβανιτάκη


54147 Δεν έχω τα στοιχεία ούτε έχω κάνει καμία συγκεκριμένη μελέτη. Κανείς δεν έκαμε αυτή την ερώτηση στους αλλοπαρμένους ανθρώπους που ξεκληρίστηκαν μονοστιγμής, καθώς ένιωθαν τη γη να σκίζεται κάτω από τα πόδια τους, κανείς δεν έκαμε αυτή την ερώτηση στους κυνηγημένους από τη φωτιά, κανείς δεν ρώτησε ούτε και τα παιδιά τους. Μας λείπουν τα στοιχεία. Αυθαιρετούμε λοιπόν. Αλλά μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την απάντηση στην ερώτηση: Αλλάζει η ιστορία μέσα σε μια στιγμή; Ναι, αλλάζει! Αλλάζει, όταν η υλική πραγματικότητα διαλύεται ξαφνικά, όταν ο χώρος εν ριπή οφθαλμού παραχωρεί τη θέση του στο χάος.

Αύγουστος του 1953. Η εικόνα της πόλης άλλαξε άρδην, σε μια στιγμή. Μια εικόνα έφυγε και αντικαταστάθηκε από μιαν άλλη: κατ’ αρχάς από το δυσβάσταχτο κενό των φλεγόμενων ερειπίων και στη συνέχεια από τη δύσμορφη πόλη των τελευταίων δεκαετιών. Τι πήρε λοιπόν μαζί της η εικόνα που έφυγε και τι έφερε η νέα εικόνα;

Αυτή η πόλη είχε γνωρίσει καταστροφές• καταστροφές και ερημώσεις. Ένας αμήχανος βενετός προβλεπτής, που από τα πολυτελή παλάτια του Canal Grande έφτασε ξαφνιασμένος στον άγνωρο τόπο του νησιού, έγραφε στα τέλη του 1572 στη βενετική Σύγκλητο: «Η πόλη, όσο πιάνει το ανθρώπινο μάτι, είναι απ’ άκρη σ’ άκρη ένας σωρός ερειπίων. Και μόνον τώρα οι άνθρωποι αρχίζουν να φέρνουν ξυλεία για να χτίσουν ξανά τα σπίτια τους». Είχε προηγηθεί η καταστροφή από την τουρκική πολιορκία του 1571.

Η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους

Η εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους

Η πόλη επρόκειτο να αναδυθεί σταδιακά, μέσα από μια πλούσια διαδικασία στην οποία συμπλέκονταν και αντιμάχονταν οι κυρίαρχες ελίτ, τα δίκτυα συγγένειας, τα εμπορικά συμφέροντα και οι πόλοι εξουσίας• μια ιστορία που μένει κάποτε να γραφτεί. Αργά αργά η πόλη θα έπαιρνε τελικά τη μορφή που είχε στις αρχές του 20ού αιώνα. Αλλά η πόλη χτιζόταν παράλληλα με την ύφανση του πολιτικοκοινωνικού ιστού. Καλύτερα: η δόμηση της «πόλης του Αιγιαλού» εξέφραζε απόλυτα αυτόν τον κοινωνικοπολιτικό ιστό: τις ιεραρχήσεις, την κυρίαρχη αισθητική και τις πολιτικές συγκρούσεις.

Ήταν η εποχή που η πόλη κατέβαινε από το κάστρο στο λιμάνι, η εποχή που οι ευγενείς έχτιζαν τα αρχοντικά τους στην παραλία, η εποχή που οι ευγενείς επιβεβαίωναν την επιβολή τους μέσα στη ροή του γίγνεσθαι και, ταυτόχρονα, η εποχή που τα υπόλοιπα αστικά στρώματα επιχειρούσαν να βρουν τη θέση τους στην τροχιά «γύρω από τον ήλιο της ευγένειας». Η πόλη μορφώθηκε λοιπόν τότε και η μνήμη του χώρου άρχισε να ταυτίζεται με τη μνήμη του κυρίαρχου στρώματος: Η πόλη έγινε των ευγενών. Τα σύμβολά τους κατόρθωσαν να επιβληθούν, εφόσον ο αέρας της ιστορίας φούσκωνε τα δικά τους πανιά. Έτσι, απλουστεύοντας αρκετά, ας πούμε ότι η καταστροφή του 1571 αποτέλεσε τον γενέθλιο χρόνο αυτής της πόλης.

Φύση και δομημένος χώρος συμπλέκονται, μνήμη και χρόνος αλληλονοηματοδοτούνται, αρχιτεκτονική, αισθητική και ιδεολογία συμβαδίζουν…Η ιστορία του νησιού για αιώνες έμοιαζε να είναι η ιστορία της πόλης, μάλιστα η ιστορία των ευγενών της. Ο υπόλοιπος αστικός πληθυσμός, άλλοτε αντιδρώντας στο υπάρχον status και άλλοτε επιχειρώντας να ενταχθεί σε αυτό, προσδιόριζε και συνειδητοποιούσε διαρκώς τον εαυτό του σε σχέση με τον κυρίαρχο αυτόν άξονα, που ήταν η φυσική παρουσία και ο ιδεολογικός κόσμος της ευγένειας. Όσο για τους χωριάτες, αυτοί υπήρξαν πάντοτε όχι μόνο οι απόντες της καταγραμμένης ιστορίας αλλά και οι ξένοι, απέναντι στους οποίους η αστική ταυτότητα διαμορφωνόταν σταθερά για αιώνες. Η πόλη ποτέ δεν υπήρξε δική τους κι αυτό το ήξεραν καλά και οι ίδιοι, όταν οι πόρτες της πόλης έκλειναν και η ύπαιθρος τη νύχτα «φυλακιζόταν» απ’ έξω.

Άποψη της Πλατείας Ρούγας

Άποψη της Πλατείας Ρούγας

Όσο κι αν ο 20ός αιώνας γεννήθηκε από τις μεγάλες αλλαγές του 19ου, όσο κι αν η ένταξη των νησιών στην Ελλάδα επέφερε διαφοροποιήσεις και μετατοπίσεις, όσο κι αν η ευγένεια είχε δεχθεί αμφισβητήσεις και βίωνε την ανεπίστροφη φθορά που προκαλούσε η επιβολή του αστικού / καπιταλιστικού κοσμοειδώλου, ο αστικός κόσμος κατανοούσε σε μεγάλο βαθμό τον εαυτό του μέσα από την ίδια εκείνη εικόνα της πόλης, της πόλης που έφερε τα στίγματα της κυριαρχίας των ευγενών.

Ο Διονύσης Ρώμας μάς είχε διηγηθεί μια ωραία συμβολική ιστορία, της οποίας μπορεί ενδεχομένως να αμφισβητηθεί η αλήθεια ως προς τους πρωταγωνιστές, όχι όμως ως προς το πνεύμα. Ένα βράδυ, στα προσεισμικά χρόνια, βρέθηκε στο αρχοντικό της οικογένειας Λαμάνου. Ζούσε ο τελευταίος απόγονος της οικογένειας, ο κόντε Αλοΐσιος Αλαμάνος. Χειμώνας, νύχτα βαθιά και η νοσταλγία για τα αλλοτινά χρόνια κυριαρχούσε στον λόγο του γέροντα άρχοντα, που κολυμπούσε τη γλώσσα του σε χρόνους καλύτερους για κείνον και τη φύτρα του. Σε μια στροφή της κουβέντας, ο έσχατος βλαστός μιας απέραντης σειράς είπε στον Ρώμα: «Οκτακόσια ογδόντα χρόνια από πατέρα σε παιδί, δεν λείπει ούτε ένας κρίκος από την αλυσίδα!». Ήταν το ρέκβιεμ της αρχοντικής μνήμης, το προσκύνημα στο ευαγγέλιο του αίματός του. Και είπε κι άλλα ανατριχιαστικά και εξόχως διδακτικά εκείνο το βράδυ. Και ο συνεπής Ρώμας τα κατέγραψε: Μνήμες αρχοντικές.

Αλλά, όσο κι αν αυτό εμφανίστηκε σχεδόν σαν κανόνας για αιώνες ιστοριογραφίας, η μνήμη δεν αποτελεί ιδιοκτησία μιας κοινωνικής ομάδας. Η μνήμη είναι πολλαπλή, είναι επιβεβαιωτική, είναι ανατρεπτική. Ένα ωστόσο είναι βέβαιο: Η μνήμη για να υπάρξει έχει ανάγκη το στήριγμα του χώρου. Η μνήμη έχει ανάγκη τους ναούς της, έχει ανάγκη τα σημεία αναφοράς, τα σύμβολα που τη συνδέουν με τον πίσω χρόνο και που έχουν τη δύναμη να επιβάλλονται, ακόμη κι όταν η πραγματική, η οικονομική δύναμη είναι μονάχα μια ισχνή σκιά του παλαιού εαυτού της. Η μνήμη έχει ανάγκη την εικόνα. Εκεί που ο τόπος γίνεται χώρος, στο σημείο τομής του φυσικού τοπίου και της ανθρώπινης παρέμβασης, εκεί η μνήμη βρίσκει τα στηρίγματά της. Ο κόσμος της ευγένειας είχε τα δικά του εσωτερικά και εξωτερικά στηρίγματα. Ανάμεσα στα τελευταία, ο δομημένος χώρος της πόλης και της εξοχής δεν ήταν το μικρότερο. Ο υποτιθέμενος κόντε Αλαμάνος, γέρος πια, άκληρος και πιθανώς οικονομικά ασθενής, όταν αντίκριζε την ψευδή ή αληθινή αλυσίδα των προγόνων του, ένιωθε καλά ενταγμένος στο ποτάμι του χρόνου. Κι όταν περπατούσε στην πόλη και έβλεπε τα αρχοντικά, τις εκκλησίες, τις πλατείες και τα διοικητικά κτήρια, απομεινάρια έστω μιας εξουσίας που η τάξη του είχε ιδρύσει και μορφώσει, ένιωθε πάντα – αδικαιολόγητα ίσως, αλλά ένιωθε – καλά ενταγμένος στις θάλασσες του χώρου.

Στις μέρες των ερειπίων, ο δομημένος χώρος της πόλης της Ζακύνθου είχε παραχωρήσει τη θέση του σε μια άγνωστη, «αχαρτογράφητη» περιοχή, σε ένα κενό, μέσα στο οποίο η μνήμη αγωνιούσε κάτι να βρει και ν’ ακουμπήσει. Ό,τι έπιανε το μάτι, ό,τι ζωγραφιζόταν από τη μιαν άκρη ως την άλλη, δεν ήταν πλέον ούτε αστικός ούτε υπαίθριος χώρος, ήταν σπαράγματα εικόνων, ανάκατα με τη θλίψη της καταστροφής. Εκεί, η
ιστορία του τόπου κόπηκε στη μέση.

Είχαν χαθεί τα σπίτια και τα μαγαζιά των ανθρώπων, είχαν χαθεί τα καφενεία και τα εργαστήρια, είχαν χαθεί οι βιοτεχνίες, οι αγορές και οι εκκλησίες, αλλά μαζί είχαν χαθεί και τα αρχοντικά των ευγενών, τα σύμβολα της μακραίωνης εξουσίας και της ιστορίας τους. Δεν ξέρω πόσοι, μέσα στην οργή για τη δική τους καταστροφή, δεν αντίκρισαν με ικανοποίηση και χαιρεκακία την καταστροφή των αρχοντικών και του κόσμου τους. Δεν ξέρω πόσοι δεν ένιωσαν την κατάρρευση αυτών των εικόνων ως απελευθέρωση. Δεν το ξέρω. Αυτά δεν τα γράφει βέβαια η ιστορία. Αυτά τα ξέρει όμως ο λόγος, ο αιωνόβιος λόγος, που κρύβεται μέσα στους καπνούς των καφενείων και αναδύεται με το κρυφό χαμόγελο την ώρα της γεροντικής διήγησης ή με το σκώμμα. Δεν το ξέρω λοιπόν, αλλά το ξέρουμε καλά, όπως ξέρουμε ότι οι χωριάτες της Λευκάδας, σε άλλη περίσταση, κοιτούσαν με την ίδια «χαιρεκακία» την πόλη να βομβαρδίζεται.

Το Δημοτικό Θέατρο ‘‘Φώσκολος’’

Το Δημοτικό Θέατρο ‘‘Φώσκολος’’

Τώρα λοιπόν, την ώρα των ερειπίων, η πόλη αυτή που κάποιοι την είχαν εξουσιάσει, κάποιοι την είχαν διεκδικήσει και κάποιους η ίδια συλλήβδην τους είχε απορρίψει, η πόλη αυτή δεν υπήρχε. Ο αστικός χώρος τώρα, βίαια, σπασμωδικά μπορούσε πια να αλλάξει χέρια. Η ιστορία τώρα έμοιαζε «ανοιχτή», εφόσον το περιβάλλον κενό προκαλούσε σε νέα οργάνωση του αστικού χώρου και επέτρεπε την εγκαθίδρυση της νέας γλώσσας, των νέων συμβόλων της πολιτικής, ιδεολογικής και αισθητικής εξουσίας: η πόλη τού αύριο δεν θα ήταν ίδια με την πόλη τού χθες. Η νέα πόλη θα έκρυβε στα θεμέλιά της την ακύρωση της παλιάς πόλης των ευγενών. Τούτο άλλωστε είχε αναμφισβήτητες ιστορικές προκείμενες, αφού η σύνολη ιστορία είχε αλλάξει ρυθμούς και τρόπους. Μια αίσθηση ελευθερίας λοιπόν;

Τα μισητά αλλά και μαζί πολυπόθητα σύμβολα των ευγενών γκρεμίζονταν, έτσι όπως δεν είχαν πέσει όταν οι επαναστάτες Γάλλοι το 1797 έφερναν τις φλόγες της ανατρεπτικής ιδεολογίας και τα δέντρα της ελευθερίας πάσχιζαν να δροσίσουν τις μάζες των νησιών. Μια αίσθηση ελευθερίας λοιπόν;

Η νέα πόλη θα ήταν η πόλη των αστών, αφού η βίαιη καταστροφή και το δρολάπι της φωτιάς δεν γκρέμισαν μόνον εν ριπή οφθαλμού τον αρχιτεκτονικό κόσμο των παλαιών κυρίαρχων αλλά και επιβεβαίωσαν το τέλος της ευγένειας, που δεκαετίες πριν είχε δρομολογηθεί ανεπιστρεπτί. Τώρα η μνήμη που εξέφραζε ο έσχατος των Αλαμάνων και η τάξη του δεν θα έβρισκε τα υλικά / αρχιτεκτονικά της στηρίγματα (αφού τα οικονομικά εν πολλοίς τα είχε ήδη απολέσει), καθώς εξοστρακιζόταν, τις στιγμές που η γη σκιζόταν και τα σωθικά της ξερνούσαν τις απεχθείς εκείνες εικόνες βιαιότητας, που υπήρξαν οι συνοδοί της ιστορίας αυτής της τάξης. Τώρα οι άρχοντες που θα περιδιάβαιναν τους δρόμους της νέας πόλης θα ένιωθαν ξένοι, εφόσον το μάτι τους δεν θα αναγνώριζε τα οπτικά ανάλογα του δικού τους κόσμου. Η πόλη τους τώρα θα γινόταν η πόλη των αστών. Μια αίσθηση ελευθερίας λοιπόν;

Τα σπίτια του Άμμου

Τα σπίτια του Άμμου

Η νέα πόλη θα εξέφραζε αντικειμενικά το τέλος ενός κόσμου και την αρχή ενός άλλου. Η βίαιη αλλαγή σελίδας για τον τόπο εμπόδισε τη φυσική ροή και κατέστρεψε τους δεσμούς συνέχειας. Απέδειξε όμως γρήγορα, για άλλη μια φορά, την ταξικότητα της αισθητικής και το νόημα της «απελευθέρωσης». Η αίσθηση της ελευθερίας, που αναδύθηκε από την απελευθέρωση του αστικού χώρου με την κατάρρευση της παλιάς πόλης, έγινε στρεβλό και καταστροφικό εργαλείο στα χέρια των νέων κυριάρχων. Είμαστε βέβαια στις εποχές του ’50 και του ’60, εποχές «δύσκολες», λένε – εποχές στυγνής και ανάλγητης εξουσίας, πες καλύτερα! -, και το ελληνικό κράτος επιβεβαίωνε με νόμους και αποφάσεις την ανύπαρκτη αισθητική του, τη μίζερη έχθρα του και την αλαζονική αδιαφορία του γι’ αυτό που υπήρξαν οι πολυποίκιλες πτυχές της ιστορίας των τόπων που συγκρότησαν τη σημερινή Ελλάδα. Την αδιαφορία του, ναι, που εν προκειμένω όμως συναντούσε και την αδηφάγα βουλιμία του ντόπιου αστικού κόσμου, για να γεννήσουν μαζί τη νέα πόλη της Ζακύνθου. 1960, 1970, 1980, 1990, 2000… Ένας αέρας ελευθερίας λοιπόν; Όχι, μια θύελλα ασυδοσίας!

Ο συθέμελος ξεριζωμός των μνημείων της ιστορίας και των συμβόλων της εξουσίας από την πόλη της Ζακύνθου, μαζί με τη θλίψη για την καταστροφή και τη θολή αναπόληση του «παρελθόντος», οδήγησε σε μια αφενός υπερβολική και αφετέρου εν κενώ μυθοποίηση των περασμένων. Θέλω να πω ότι η εξαφάνιση των υλικών εικόνων του παρελθόντος χρόνου οδήγησε εύκολα σε μια μαζική οικειοποίηση ολόκληρου του παρελθόντος, καθώς συνδυάζονταν και με την αναπόφευκτη ανάγκη της τοπικής διαφοροποίησης: Εμείς είμαστε διαφορετικοί. Εκείνο το βαρύ, σκληρό και, πάντως, ιστορικό παρελθόν τώρα μετακόμιζε στον χώρο του μύθου. Η υλική ανυπαρξία του συντελούσε καταλυτικά σε αυτό. Στο ίδιο πλαίσιο μυθοποίησης (αλλά και με άλλες, πολλές αιτίες), η τοπική μετασεισμική λογιοσύνη συνέβαλε στην απομόνωση, στην εσωστρέφεια, στην ακρισία, στην υπερβολή. Εμείς είχαμε, βλέπεις, τον Σολωμό, τον Φώσκολο και τον Κάλβο, εμείς είχαμε, βλέπεις, μια διαφορετική από τους άλλους ιστορία, εμείς είμαστε, βλέπεις, η γέφυρα με τη Δύση. Κι αυτά είναι αλήθεια! Αλλά ποιος λέει ότι στη βάση του μύθου δεν κρύβονται πάντα σκληροί πυρήνες αλήθειας; Το θέμα είναι τι τους κάνεις αυτούς τους πυρήνες! Και συνέβη, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, να συντελέσει ο τοπικός κόσμος στην απλοϊκή εικόνα της γραφικότητας που τύλιξε το νησί. Και συνέβη, κυρίως τα αστικά στρώματα να πρωταγωνιστήσουν σ’ αυτή τη διαδικασία της παραχάραξης, της μόρφωσης και της επιβολής τούτης της μυθικής μνήμης. Δύστροπα ζητήματα, ας μείνουμε εδώ.

Το καντούνι του Κάλβου

Το καντούνι του Κάλβου

Κι ενώ στα μυαλά και στις ψυχές γεννιόταν το ενοποιητικό παραμύθι των ταυτοτήτων (τότε… κάποτε… παλιά… εμείς), στην πράξη σαρκωνόταν η βιαιότητα του αστικού εγωισμού: η πόλη γινόταν ένα άναρχο συνονθύλευμα ad hoc επιλογών, που δεν μαρτυρούσε τίποτ’ άλλο παρά το αχόρταγο ενός αστισμού που πιστεύει ότι η ιστορία τού ανήκει προσωπικά, ότι ο χρόνος αρχίζει και τελειώνει στα βιολογικά όρια μιας ζωής. Όταν η μνήμη αναζητεί τους ιδρυτικούς της μύθους στις θολές ουτοπίες του παρελθόντος, χτίζοντάς τους έξω από τη ρέουσα πραγματικότητα, στον χώρο της μυθοποιημένης ιστορίας, οι φορείς της αισθάνονται αποδεσμευμένοι από κάθε ευθύνη απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα. Αυτό είναι στοιχείο σύμφυτο του επιθετικού αστισμού και η εικόνα της νεότερης Ελλάδας αποδείχνει την αλήθεια του ισχυρισμού.

Ο χώρος πάντα μαρτυρεί για τους θεούς των κατοίκων του, ο χώρος μαρτυρεί για την αίσθηση της διάρκειας, ο χώρος μαρτυρεί για την αισθητική, ο χώρος μαρτυρεί για τον τρόπο ένταξης του ανθρώπου στον χρόνο. Η αρχαία Αθήνα, το Παρίσι, η Μαδρίτη και η Φλωρεντία, η Νέα Υόρκη, η σύγχρονη Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και η πόλη της Κέρκυρας: η εικόνα της καθεμίας αποτυπώνει τις παραπάνω μαρτυρίες και καταγράφει τις διαφορετικές απαντήσεις στο πώς οι άνθρωποι εννόησαν τη θέση τους μες στο ποτάμι του χρόνου.

Η πόλη της Ζακύνθου, μια πόλη που γκρεμίστηκε ολοκληρωτικά και ξαναφτιάχτηκε, είναι ένα παράδειγμα. Ένα παράδειγμα εύγλωττο για το τι μπορεί να είναι η ελευθερία, για το ποια σχέση έχουν οι δεσμεύσεις με την ελευθερία, για το πώς νιώθουμε τον χρόνο, για το τι είναι και πώς αποτυπώνεται ιστορικά η μνήμη, για το πώς εντέλει η αισθητική είναι πολλαπλώς πολιτική.

Δεν ξέρω γιατί συχνά, όταν από το καράβι βλέπω μακριά να σχηματίζεται αχνά η μορφή της πόλης, μου ‘ρχεται στο μυαλό επίμονα, σαρκαστικά, διδαχτικά, ο οργισμένος στίχος που εκσφενδόνισε ο Παλαμάς καταπρόσωπο στη σύγχρονή του Ελλάδα: Ένα παράλλαμα, ένα ψέμα. Και κάτι σαν μελαγχολία με τριγυρίζει.

* Ο κ. Δημήτρης Αρβανιτάκης είναι ιστορικός

To κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα
«Το Βήμα», την Κυριακή 24 Αυγούστου 2003

Πηγή: Ημέρα τση Ζάκυθος

Comments
One Response to “» Ζάκυνθος Αύγουστος του 1953. Η εικόνα της πόλης άλλαξε άρδην, σε μια στιγμή» – ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΔΟΜΗΜΕΝΟΣ ΧΩΡΟΣ – ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑΣ – Του Δημήτρη Αρβανιτάκη”
  1. Ο/Η Andreas Staveris-Polikalas λέει:

    Η φωτογραφία που περιγράφεται ως καντούνι του Κάλβου είναι λάθος και απεικονίζει το καντούνι που οδηγούσε στην Παλιά Βρύση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: